Τετάρτη, 18 Δεκεμβρίου 2013

XΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΑ ΣΤΑ ΧΙΟΝΙΑ ΤΩΝ ΚΑΡΟΥΤΩΝ

 

ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΙΑΤΙΚΕΣ   ΑΝΑΜΝΗΣΕΙΣ

DSC00523

“ Την περίοδο 1947-48 , το Γυμνάσιο Λιδορικίου δεν λειτoυργούσε , λόγω των πολλών επιθέσεων των ανταρτών . Έτσι , πολλοί μαθητές αναγκάσθηκαν να φοιτήσουν σε άλλα Γυμνάσια . Πολλά παιδιά απ' το Λιδορίκι πήγαμε στο Γυμνάσιο της Άμφισσας .

   Όταν έγιναν οι διακοπές των Χριστουγέννων , θελήσαμε να ανεβούμε στο Λιδορίκι , αλλά συγκοινωνία δεν υπήρχε . Συχνά περνούσαν στρατιωτικές φάλαγγες και μετέφεραν και πολίτες .

   Πράγματι , την παραμονή έφευγε μια φάλαγγα για Λιδορίκι , πήγαμε βρήκαμε τον επικεφαλής και τον παρακαλέσαμε - αφού του είπαμε πως είμαστε μαθητές  - να μας πάρει για Λιδορίκι . Αυτός αρνήθηκε , διότι είχε πληροφορίες ότι οι αντάρτες θα χτυπούσαν τη φάλαγγα στο δρόμο .

   Παραμονή Χριστουγέννων , ώρα 9 το πρωί , έκανε τρομερό κρύο κι' άρχισε να χιονίζει . Αποφασίσαμε να πάμε με τα πόδια από τον Έλατο ( Καρούτες ) . Η μεγάλη απόσταση πρώτα και ο καιρός δεύτερον , αποθάρρυναν τα παιδιά και δεν αποφάσισαν να ξεκινήσουν . Τέλος , ξεκινήσαμε πέντε  άτομα . Η Χαγιάνναινα , η οποία είχε κατέβει στην Άμφισσα να δει το γιό της , που είχε βγει πρόσφατα απ' το νοσοκομείο , ( έπεσε και έπαθε διάσειση ) , ο Τάκης Χαγιάννης , η Σόνια Παπανικολάου , ο Χρήστος Ανέστος ( Ζορμπάς ) και εγώ . Όλοι μας έλεγαν να μη φύγουμε , γιατί το χιόνι είχε κλείσει το δρόμο κι' υπήρχε φόβος να χαθούμε και να μας φάνε οι λύκοι .

   Εμείς παιδιά βλέπεις , αψηφούσαμε τον κίνδυνο , αλλά στηρίζαμε τις ελπίδες μας στη Χαγιάνναινα , η οποία σαν μεγαλύτερη θα μας οδηγούσε με ασφάλεια στο Λιδορίκι . Ξεκινήσαμε ανηφορίζοντας , ττραγουδώντας και χοροπηδώντας , σαν να πηγαίναμε εκδρομή . Αλλ' όταν μπήκαμε στο δάσος , κάναμε ένα τραγικό λάθος , αντί να πάρουμε τον καρόδρομο , ο οποίος διαγραφόταν καθαρά , αποφασίσαμε να πάρουμε το μονοπάτι , για να κόψουμε δρόμο , κι' από δω αρχίζει η περιπέτεια .

   Χάσαμε το δρόμο , το χιόνι πύκνωνε πιο πολύ , τα παπούτσια που φορούσαμε ήταν κάτι μποτάκια που μας τα είχαν δώσει από την " ΟΥΝΡΑ " κι' η σόλα ήταν από λάστιχο και και γλιστρούσαν τρομερά . Πηγαίναμε ένα βήμα μπροστά και δύο πίσω , πιανόμασταν απ' τα δέντρα για να προχωράμε , αλλ΄αυτά ήταν φορτωμένα με χιόνι και σε κάθε κίνησή μας έπεφτε το χιόνι απάνω μας και μας σκέπαζε . Είχαμε απελπιστεί και ξυλιάσει από το κρύο , ενώ συγχρόνως άρχιζε να μας θερίζει η πείνα .

   Σε κάποια στιγμή ακούσαμε - ή μας φάνηκε πως ακούσαμε - κουβέντες , η Χαγιάνναινα , φοβούμενη πως είναι αντάρτες κι' επειδή ο Τάκης ήταν ο πιο μεγάλος και μη τον πάρουν , έβγαλε από ένα σακούλι , που είχε μαζί της , ένα φόρεμα κι ένα μαντήλι και έντυσε τον Τάκη γυναίκα και μας είπε να τον φωνάζουμε Μαρία ! Εμείς , όταν είδαμε τον Τάκη γυναίκα ντυμένο και που του έριξε η μάνα του και ένα σάλι στην πλάτη , αρχίσαμε τα γέλια , τα οποία αντήχησαν μέσα στην ερημιά τόσο παράξενα , τόσο τρομακτικά , σαν να γελούσαν χιλιάδες τρελοί , που μας είχαν στήσει παγίδα θανάτου .

   Τότε συνειδητοποιήσαμε τον κίνδυνο , ανατριχιάσαμε , μας κόπηκε η ανάσα . Το κρύο το νιώθαμε τώρα μέσα στην ψυχή μας , αν μέναμε τη νύχτα εκεί , χωρίς φωτιά ( που ήταν αδύνατο ν' ανάψουμε ) θα παγώναμε όλοι . Θα μας βρίσκανε πεθαμένους . Η Χαγιάνναινα , η οποία αισθανόταν τον κίνδυνο πιο έντονα , όταν είδε στο πρόσωπό μας την απελπισία , πήρε την απόφαση να γυρίσουμε πίσω . Αλλά κι αυτή η λύση ήταν επικίνδυνη , γιατί δεν ξέραμε που ακριβώς βρισκόμαστε .

   Μας είπε , λοιπόν , να προχωρήσουμε , γιατί αν φτάναμε στην κορυφή , ο κατήφορος θα ήταν εύκολος . Πιαστήκαμε χέρι - χέρι κι' αρχίσαμε το ανέβασμα , ο κίνδυνος μας έδινε δύναμη , αλλά σε κάποια στιγμή ξέφυγε ο Χρήστος , ο οποίος ήταν και ο πιο μικρός ( ίσως δεκατριών χρόνων ) και πήγε κουτρουβαλώντας , 15 μέτρα κάτω . Του φωνάξαμε να βγάλει τα παπούτσια , που γλιστρούσαν και ν' ανέβει με τις κάλτσες - έτσι κι' αλλιώς ήταν βρεγμένος - αλλά τα χέρια του ήταν ξυλιασμένα , και ήταν αδύνατο να λύσει τα κορδόνια .

   Τότε κατέβηκε η Σόνια , η οποία ήταν ένα πολύ γερό κορίτσι , και τον τράβηξε απάνω . Πήραμε λίγο θάρρος από τα λόγια της Χαγιάνναινας , η οποία μας έλεγε ότι : " όταν φθάσουμε στις Καρούτες θα βρούμε ψωμί και φαί και φωτιά να  ζεσταθούμε κι' αφού ξεκουραστούμε λίγο , θα συνεχίσουμε " . Δεν ξέρω πόση ώρα βαδίζαμε έτσι και σε κάποια στιγμή βρεθήκαμε στην κορυφή και είδαμε πράγματι τις Καρούτες . Μακριά βέβαια , αλλά τώρα είχαμε πια κατήφορο . Η επιθυμία του φαγητού και της φωτιάς μας έδωσαν δύναμη και προχωρούσαμε πιο γρήγορα . Φτάσαμε στις Καρούτες , οι οποίες ήταν καμένες κι' έρημες , είδαμε ένα τζάκι να καπνίζει , τρέξαμε και χτυπήσαμε την πόρτα .  Μας άνοιξε μια γριά , κρατώντας μια γάτα , ίσως ήταν η μόνη παρέα στην ερημιά της .

   Της ζητήσαμε λίγο ψωμί , αλλ' αυτή μας είπε ότι δεν έχει κι ότι έφαγε λίγο κατσαμάκι για να ξημερωθεί . Αλλά το καλό που μας θέλει , να προχωρήσουμε γρήγορα , γιατί νυχτώνει κι’ ο καιρός χειροτερεύει . Βλέποντας πως δεν υπήρχε καμιά ελπίδα ν' απολαύσουμε αυτά που ονειρευόμασταν , συνεχίσαμε το δρόμο προς το Λιδορίκι . Νύχτωσε , το κρύο ήταν πιο τσουχτερό τώρα , αλλά τουλάχιστον διαγραφόταν ο δρόμος . Προχωρούσαμε με δυσκολία , αλλ' η ελπίδα ότι πλησιάζουμε μας γιγάντωνε . Φτάσαμε στο Λιδορίκι ώρα 9 το βράδυ , δώδεκα ώρες πεζοπορία , κρύο , πείνα , αγωνία και, προ παντός , φόβο .

   Έτσι μαθαίναμε τα λίγα γράμματα εμείς εκείνη την εποχή , καμιά σύγκριση με τη σημερινή παιδεία , καμιά μέριμνα . Ζωή και θάνατος αγκαλιασμένοι . Η πείνα , η ορφάνια και το κρύο απ' τη μια μεριά , η αντοχή από τα νιάτα μας απ' την άλλη . Τι να πρωτοθυμηθείς , αλήθεια ; Ζήσαμε μια κόλαση , ας μη την ξαναζήσουμε .

   Καληνυχτίσαμε και τραβήξαμε καθένας για το σπίτι του , όταν έφτασα στο σπίτι , μου φάνηκε πως μπήκα σε παλάτι , τι παλάτι ήταν ; Να ξέρουν οι νεώτεροι , δεν είχε καμιά σχέση με τα σημερινά σύγχρονα σπίτια , ένα μισοτελειωμένο δωμάτιο απ' τα τέσσερα που είχε παλιά το σπίτι , το οποίο είχαν κάψει οι Γερμανοί κι' από παντού..." έμπαζε ". Το τζάκι όμως έκαιγε κι' η γιαγιά μου Παπαγιάνναινα είχε κάνει μια τραχανόσουπα , η οποία μου φάνηκε .." μαύρο χαβιάρι ".

Τζάκι

   Τη μέρα των Χριστουγέννων συναντηθήκαμε με τα παιδιά στην εκκλησία , ανταλλάξαμε ευχές , αλλά τα παιδικά μας μάτια έλεγαν πολύ περισσότερα απ' το στόμα μας . Για την επιστροφή φροντίσαμε να φύγουμε με τη φάλαγγα , δεν υπήρχαν περιθώρια για άλλες περιπέτειες “ .

               Δήμητρα Λουτσόβου - Αγγελάκη

   Η παραπάνω υπέροχη '" ανάμνηση " της αγαπημένης φίλης και χωριανής Δήμητρας , φιλοξενήθηκε στο " Λιδωρίκι " το Δεκέμβριο του 1983 , αριθ . φυλ.25 .

                   Καλό  σας  μεσημέρι….

polidorikiou-sima

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου