Δευτέρα 6 Μαΐου 2013

ΠΡΟΠΟΛΕΜΙΚΗ ΛΙΔΟΡΙΚΙΩΤΙΚΗ ΑΝΑΣΤΑΣΗ ΜΕ ΑΡΝΙΑ ΚΑΙ…ΠΥΡΟΜΑΧΙΚΑ ..


ΑΝΑΜΝΗΣΕΙΣ  ΧΩΡΙΑΝΩΝ  ΜΑΣ


1934 Καμπρή -Καλαπτσέικη αυλή
΄Λαμπρή  1934 , στην  “ Καλαπτσαίϊκη  “ αυλή .

1934-Λαμπρή-Μαστρογιαννέικο
Την  ίδια  χρονιά  στο Μαστρογιανναίϊκο .





Τούτες τις χρονιάρες μέρες , η σκέψη γυρνάει με νοσταλγία στα παλιά , στα παιδικά μας χρόνια .
Τότε , που ναι μεν είχαμε σχεδόν άδεια την κοιλιά μας , αλλ’ είχαμε γεμάτη την ψυχή μας από αγάπη , σεβασμό στην παράδοση , πίστη στην πατρίδα και τη θρησκεία και μεγάλη λατρεία για το χωριό μας . Τότε , που ο μακαρίτης ο παπα Τσονάκας – Θεός να αναπαύει την ψυχή του – την Ανάσταση την άρχιζε στις 3 τη νύχτα και την τελείωνε το πρωί . Κι’ όχι όπως τώρα στις 12 – μην κοουραστούν οι ..χορτάτοι Νεοέλληνες – που προγκάνε όλοι πριν ακούσουν καλά – καλά το « Χριστός Ανέστη » και τρέχουν στα σπίτια τους να φάνε τη μαγειρίτσα τους , λες και δεν θα ξαναδούν ποτέ φαγητό στη ζωή τους !

1934-πάσχα -Σαψαρόιαννου

Την  ίδια  πάντα  χρόνιά , στην αυλή  του  Σαψαρόγιαννου

Ήταν σαν όνειρο να ξεκινάς στις 3 και στις 4 για την Ανάσταση . Μέσα στο βαθύ σκοτάδι , , με τις μεθυστικές μοσχοβολιές των ανθισμένων δέντρων , τα γλυκοκελαηδήματα των αηδονιών , που το’ λεγαν ξάγρυπνα όλη νύχτα στο Ρουμάνι και στον Παλιόραγκο , το πρωινό ανοιξιάτικο μυρωμένο αεράκι να σου τρυπάει τη μύτη . Κι εσύ , παιδί , με τα καλά σου ρούχα , να παίρνεις τα’ ανηφόρι για την εκκλησιά .
δεκ.30 Λαμπρή
Λειψή…Λαμπρή , της  δεκαετίας  του  1930
Ήθελες δεν ήθελες , ένιωθες στη βαθειά νύχτα το μυστήριο της Ανάστασης , ανακατεμένο στο παιδικό μυαλό σου με την Ανάσταση της Πατρίδας . ( Έτσι τουλάχιστον μας έκαναν να νιώθουμε οι δάσκαλοί μας , οι αείμνηστοι : Κάγκαλος , Σφέτσος , και Μίχος , κι ας μην είχαν βγάλει Πανεπιστημιακές σχολές , ούτε σπούδασαν μοντέρνα ..Παιδαγωγική ) .
Αξέχαστα χρόνια , αλησμόνητοι καιροί , γεμάτοι γλυκές θύμισες !
Τα προεόρτια άρχιζαν απ’ την παραμονή του Λαζάρου , ο μπάρμπα Γιάννης Αναγνωστόπουλος ( Σιουκαράς ) , σχημάτιζε γκρουπ από κοπέλες του Γυφτομαχαλά , και έλεγαν τα Λάζαρα . Ντυμένος φουστανελάς , μ’ ένα ανθοστόλιστο καλάθι , για τα φιλοδωρήματα , γύριζε όλο το χωριό . Επικεφαλής των κοριτσιών ήταν η Ταρανοκατίνα , η οποία με την απίθανη φωνή της , ξεσήκωνε το χωριό , λέγοντας για τον καθένα ξεχωριστά παινέματα . Ήταν ολόκληρο λαογραφικό αρχείο και χαιρόσουν να την ακούς .
Πάσχα  προπολεμικό
Προπολεμικό  Λιδδορικιώτικο  Πάσχα .
Τα παιδιά , εμποτισμένα απ’ το προπολεμικό δυναμικό -πνεύμα , ετοίμαζαν τα πυρομαχικά τους . Αγοράζοντας μπαρούτες , σκαλίζοντας ροζιάρες αγκορτσιές για ξυλοκούμπουρα , ισιώνοντας σωλήνες για χαλκούνια .
Πρώτοι σ’ αυτά ο Κανναβούλας , ( Γ. Καραγιώργος ) , ο Γιωργάκης της Τραμποβάσως , ο Μαλαμοχρήστος , κι οι μακαρίτες Π. Μαντάς , Ζησιμοθάνος και Σκουτοθανάσης . Καθένας τους και μάστορας στην κατασκευή πυροκροτημάτων , που γκρέμιζαν και σπίτι όταν έπεφταν .
Κι’ όταν ερχόταν η Μ. Παρασκευή , χάλαγε ο κόσμος , γινόταν τέτοιος σαματάς , που κι ο ίδιος ο Χριστός , θέλοντας και μη ανέβαινε στους ουρανούς , μη υποφέροντας τη φασαρία της…λεβεντιάς και της ανδρειοσύνης , των Γυφτομαχαλιωτών και Ψαλιωτών ασίκηδων !
Κι η αστυνομία τι έκανε ; Τίποτα …έκλεινε τ’ αυτιά κι έκανε πως δεν βλέπει , ούτε ..ακούει..Και ποιόν να πρωτοπιάσει ;
Μια ωραία εικόνα ήταν οι νυχτερινές ακολουθίες του Μεγαλοβδόμαδου , δεν υπήρχε ηλεκτρικό και τα παιδιά , για να φωτιζόμαστε στο δρόμο για την εκκλησιά , φτιάχναμε τα λεγόμενα « κυριελεησα » . Παίρναμε ένα άδειο κονσερβοκούτι , του περνούσαμε ένα σύρμα και το κρατούσαμε σαν θυμιατό . Του βάζαμε μέσα ρετσίνι , το ανάβαμε , και το κουνούσαμε πέρα – δώθε , ψέλνοντας όλοι μαζί : « Κύριε ελέησον , Κύριε ελέησον , Κύριε ελέησοοοοον….»
Φτάναμε στην εκκλησιά και πιάναμε δίπλα στους ψαλτάδες , Παπαπαναγιώτου και Κολοβό . Όσοι ξέραμε , σιγοψέλναμε κι εμείς ιδίως τα « εγκώμια » . Μερικές φορές , ιδίως τη Μ. Πέμπτη , με τα 12 ευαγγέλια , τα πιο πολλά παιδιά δεν άντεχαν ως το τέλος κι αποκοιμούνταν στα σκαλιά της Ωραίας Πύλης , έχοντας την αθωότητα της παιδικής ψυχής ζωγραφισμένη στα πρόσωπά τους .
Άλλοι όμως έμεναν ξάγρυπνοι και παρακολουθούσαν ψάχνοντας που έλεγε εκείνη την ώρα ο παπάς , μέσα σε κάτι βιβλιαράκια που πουλούσε ο Π. Μπίλιος , στο βιβλιοπωλείο του ένα φράγκο . Ήταν όμως και μερικές…κάλτσες , που περίμεναν τον παπα Τσονάκα να πει σε κάποιο Ευαγγέλιο τη μετοχή του αορίστου « πονηρού » ρήματος … Αλλά εκείνος αποφεύγοντας το..φραστικό σκόπελο , έλεγε « υπανδρευθείς » , προς μεγάλη λύπη των.. καλτσών !
Που να τα θυμηθείς όλα ! Αλλά πως να ξεχάσεις τα εκατοντάδες λαμπριάτικα αρνάκια , που έφερναν για πούλημα οι τσοπάνηδες των γύρω χωριών ; Ποιός να τα πάρει , αφού όλοι σχεδόν οι Λιδορικιώτες , είχαν κατσίκια απ’ τις μανάρες τους ; Ό,τι έπαιρναν οι ξένοι . Τα έφερναν μπροστά στα Σαψαρέϊκα , πίσω απ’ την εκκλησιά , βαμμένα στη ράχη τους , τα σήκωναν ψηλά , να δουν αν είναι παχιά , αντίθετα δηλαδή απ’ ότι γίνεται σήμερα , που όλοι κυνηγούν …φανάρια ..
Ανήμερα της Λαμπρής , άναβαν οι φωτιές για τα κοκορέτσια και τα αρνιά , αλλά και οι…κουμπούρες ..Προπαντός αυτές . όλο το..αρνίφιλο μένος της Λιδορικιώτικης νεολαίας εκδηλωνόταν στα σοκάκια και στ’ αλώνια με χαλκούνια , τρίγωνα , ξυλοκούμπουρα , αλλά και..δυναμίτες ακόμα .Έπρεπε το αρνί που..ψενόταν να…γιορταστεί …
Ο κόσμος χαιρόταν , ένιωθε Πάσχα , , γιόρταζε ανυπόκριτα , ξεφάντωνε , ξέδινε μ’ όλη του την ψυχή . Όλοι ευφραίνονταν , , πλούσιοι και φτωχοί . Οι τσοπάνηδες έπηζαν καρδάρες και βεδούρες γιαούρτι και μοίραζαν στους φτωχότερους , σ’όσους δεν είχαν… Κάποιος θα ‘δινε κρέας , σε ένα που δεν είχε , μια συκωταριά να φκιάσει τις γαρδούμπες του , υπήρχε αγάπη και..αληλεγγύη ..
Πέρναγες τα σοκάκια , και στις αυλές και λιγωνόσουν από την τσίκνα του κοκορετσιού και του αρνιού ή της γαρδούμπας .. Μέχρι να ψηθεί το αρνί , θα ήταν έτοιμο το κοκορέτσι για ένα κρασάκι στον επισκέπτη . Μια ..πατσιούλα , ένα γλυκάδι στα κάρβουνα , ένα αυγό , λίγο φρεσκόπηχτο τυρί .
Κι’ όταν ψηνόταν τα’ αρνί , και κρύωνε λίγο να..στραγγίσει , άρχιζε το τουφεκίδι ξανά , που χάλαγε ο κόσμος . Μετά στρωνόταν το τραπέζι κι άρχιζε το φαγοπότι . Όποιος ήξερε , διάβαζε στη ..πλάτη του αρνιού , αν δεν ήξεραν την εξηγούσε ο Αρπάλης , ο Κορδοπλής , ο Κλωσσοθανάσης , ο Πουρναλέξης , κι άλλοι οιωνο..σκόποι του χωριού , που κρατούσαν την παράδοση της οιωνοσκοπίας απ’ τον καιρό των αρματωλών και της κλεφτουριάς .
Τ’ απόγευμα , όταν σήμαινε η καμπάνα για την Αγάπη , ανέβαιναν όλοι , συν γυναιξί και..τέκνοις , με τα άσπρα παπούτσια και τα καλά τους ρούχα , στην εκκλησιά . Άκουγαν με κατάνυξη την απογευματινή λειτουργία κι ύστερα το ‘ πιαναν στο χορό , που κράταγε ως το βράδυ .
Τώρα αυτά – ιδίως στα παιδιά – φαίνονται ..απόκοσμα και παράξενα , άλλαξαν κι’ αυτά . Ποιο παιδί σήμερα θα συγκινηθεί με τη λαμπροκουλούρα της νονάς του , όπως εμείς στον καιρό μας ; Όταν εμείς παίρναμε την κουλούρα μας , που είχε μέσα συνήθως , ένα αυγό ή μια ..κοκόσια ( ..καρύδι ) ή – σπάνια – ένα δίφραγκο , μας φαινόταν πως μας χάριζαν τον ουρανό με τα’ άστρα , τώρα όμως ;
Τώρα είπαμε : Γεμίσαμε την άδεια μας κοιλιά και αδειάσαμε την ..ψυχή μας !!!

Η ολοζώντανη κι’ ολόδροση αφήγηση της νοσταλγικής « Πασχαλιάτικης » ανάμνησης του αξέχαστου Λιδορικιώτη λογοτέχνη Αλέκου Κωστάκη – Μαργέλλου , του Καφτανιαλέκου , όπως όλοι οι φίλοι και χωριανοί τον λέγαμε , δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα « Λιδωρίκι » του Γιώργου Καψάλη το Μάρτιο του 1982 , αριθ. Φυλ. 4 και είναι πραγματικά μια.. « αξονική τομογραφία » της Λιδορικιώτικης προπολεμικής ζωής , ειπωμένης με τον υπέροχο τρόπο του Αλέκου …
ΚΑΛΗ ΑΝΑΣΤΑΣΗ - ΧΡΟΝΙΑ ΠΟΛΛΑ ΚΑΙ…ΚΑΛΑ
polidorikiou-sima

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου