Οι σημερινές μας φωτογραφίες είναι της Μαρίας Χρ. Φωτοπούλου , που είναι και μέλος της μπάντας του Ομίλου μας .
Οι σημερινές μας φωτογραφίες είναι της Μαρίας Χρ. Φωτοπούλου , που είναι και μέλος της μπάντας του Ομίλου μας .
ΑΦΙΕΡΩΜΑ
O Kωνσταντίνος Kαβάφης, σε φωτογραφία βγαλμένη στην Αλεξάνδρεια, πιθανώς το 1890.
Ο Κωνσταντίνος Καβάφης (29 Απριλίου 1863 - 29 Απριλίου 1933) είναι ένας από τους σημαντικότερους Έλληνες ποιητές της σύγχρονης εποχής
Ο Κωνσταντίνος Καβάφης γεννήθηκε στις 29 Απριλίου 1863 στην Αλεξάνδρεια, όπου οι γονείς του, εγκαταστάθηκαν εγκαταλείποντας την Κωνσταντινούπολη το 1840. Μετά το θάνατο του πατέρα του το 1870 η οικογένεια εγκαταστάθηκε στην Αγγλία (Λίβερπουλ και Λονδίνο) όπου έμεινε μέχρι το 1876. Στην Αλεξάνδρεια ο Kαβάφης διδάχτηκε Αγγλικά, Γαλλικά και Ελληνικά με οικοδιδάσκαλο και συμπλήρωσε τη μόρφωσή του για ένα-δύο χρόνια στο Ελληνικό Εκπαιδευτήριο της Αλεξάνδρειας. Έζησε επίσης για τρία χρόνια, που ήταν τα κρισιμότερα στην ψυχοδιανοητική του διαμόρφωση, στην Πόλη (1882-84).
Το 1897 ταξίδεψε στο Παρίσι και το 1903 στην Αθήνα, χωρίς από τότε να μετακινηθεί από την Αλεξάνδρεια για τριάντα ολόκληρα χρόνια. Ύστερα από περιστασιακές απασχολήσεις σε χρηματιστηριακές επιχειρήσεις, αποφάσισε να γίνει δημόσιος υπάλληλος και διορίστηκε σε ηλικία 59 χρονών στο Υπουργείο Δημοσίων Έργων 1922.
Από το 1886 άρχισε να δημοσιεύει ποιήματα επηρεασμένα από τους Αθηναίους ρομαντικούς ποιητές, χωρίς να τον έχει επηρεάσει καθόλου η στροφή της γενιάς του 80. Από το 1891, όταν εκδίδει σε αυτοτελές φυλλάδιο το ποίημα Κτίσται, και ιδίως το 1896, όταν γράφει τα Τείχη,το πρώτο αναγνωρισμένο, εμφανίζονται τα χαρακτηριστικά των ώριμων ποιημάτων του.
Ο Καβάφης είναι γνωστός για την ειρωνεία του, ένα μοναδικό συνδυασμό λεκτικής και δραματικής ειρωνείας.[1]. Πολλοί όμως από τους αλλόγλωσσους ομότεχνους και αναγνώστες του (π.χ. Όντεν, Φόρστερ) αρχικά γνώρισαν και αγάπησαν τον ερωτικό Καβάφη.[2]
Το 1932, ο Καβάφης, άρρωστος από καρκίνο του λάρυγγα, πήγε για θεραπεία στην Αθήνα, όπου παρέμεινε αρκετό διάστημα, εισπράττοντας μια θερμότατη συμπάθεια από το πλήθος των θαυμαστών του. Επιστρέφοντας όμως στην Αλεξάνδρεια, η κατάστασή του χειροτέρεψε. Εισήχθη στο Νοσοκομείο της Ελληνικής Κοινότητας, όπου και πέθανε στις 29 Απριλίου του 1933, τη μέρα που συμπλήρωνε 70 χρόνια ζωής.
Ένα σύντομο αυτοβιογραφικό σημείωμα του ποιητή:
«Είμαι Κωνσταντινουπολίτης την καταγωγήν, αλλά εγεννήθηκα στην Αλεξάνδρεια - σ' ένα σπίτι της οδού Σερίφ· μικρός πολύ έφυγα, και αρκετό μέρος της παιδικής μου ηλικίας το πέρασα στην Αγγλία. Κατόπιν επισκέφθην την χώραν αυτήν μεγάλος, αλλά για μικρόν χρονικόν διάστημα. Διέμεινα και στη Γαλλία. Στην εφηβικήν μου ηλικίαν κατοίκησα υπέρ τα δύο έτη στην Κωνσταντινούπολη. Στην Ελλάδα είναι πολλά χρόνια που δεν επήγα. Η τελευταία μου εργασία ήταν υπαλλήλου εις ένα κυβερνητικόν γραφείον εξαρτώμενον από το υπουργείον των Δημοσίων Έργων της Αιγύπτου. Ξέρω Αγγλικά, Γαλλικά και ολίγα Ιταλικά».
Σήμερα η ποίησή του όχι μόνο έχει επικρατήσει στην Ελλάδα, αλλά και κατέλαβε μία εξέχουσα θέση στην όλη ευρωπαϊκή ποίηση, ύστερα από τις μεταφράσεις των ποιημάτων του αρχικά στα Γαλλικά, Αγγλικά, Γερμανικά και κατόπιν σε πολλές άλλες γλώσσες.
Το σώμα των Καβαφικών ποιημάτων περιλαμβάνει: Τα 154 ποιήματα που αναγνώρισε ο ίδιος (τα λεγόμενα Αναγνωρισμένα), τα 37 Αποκηρυγμένα ποιήματά του, τα περισσότερα νεανικά, σε ρομαντική καθαρεύουσα, τα οποία αργότερα αποκήρυξε, τα Ανέκδοτα, δηλαδή 75 ποιήματα που βρέθηκαν τελειωμένα στα χαρτιά του, καθώς και τα 30 Ατελή, που βρέθηκαν στα χαρτιά του χωρίς να έχουν πάρει την οριστική τους μορφή. Τύπωσε ο ίδιος το 1904 μια μικρή συλλογή με τον τίτλο Ποιήματα, στην οποία περιέλαβε τα ποιήματα: Φωνές, Επιθυμίες, Κεριά, Ένας γέρος, Δέησις, Οι ψυχές των γερόντων, Το πρώτο σκαλί, Διακοπή, Θερμοπύλες, Τα παράθυρα, Περιμένοντας τους βαρβάρους, Απιστία και Τα άλογα του Αχιλλέως. Η συλλογή, σε 100-200 αντίτυπα, κυκλοφόρησε ιδιωτικά.
Το 1910 τύπωσε πάλι τη συλλογή του, προσθέτοντας αλλά επτά ποιήματα: Τρώες, Μονοτονία, Η κηδεία του Σαρπηδόνος, Η συνοδεία του Διονύσου, Ο Βασιλεύς Δημήτριος, Τα βήματα και Ούτος εκείνος. Και αυτή η συλλογή διακινήθηκε από τον ίδιο σε άτομα που εκτιμούσε.
Το 1935 κυκλοφόρησε στην Αθήνα, με επιμέλεια της Ρίκας Σεγκοπούλου, η πρώτη πλήρης έκδοση των (154) Ποιημάτων του, που εξαντλήθηκε αμέσως. Δύο ακόμη ανατυπώσεις έγιναν μετά το 1948.
Ο ποιητής επεξεργάζονταν επίμονα κάθε στίχο, κάποτε για χρόνια ολόκληρα, προτού τον δώσει στην δημοσιότητα. Σε αρκετές από τις εκδόσεις του υπάρχουν διορθώσεις από το χέρι του και συχνά όταν επεξεργαζόταν ξανά τα ποιήματά του τα τύπωνε διορθωμένα.
Ο ίδιος είχε κατατάξει τα ποιήματά του σε τρεις κατηγορίες: τα ιστορικά, τα φιλοσοφικά και τα ηδονικά ή αισθησιακά.[3]
Διαχωρίζοντας το ποιητικό του έργο σε φιλοσοφικό, ιστορικό και ηδονικό, στα ποιήματά του αποτυπώνονται το ερωτικό στοιχείο, τη φιλοσοφική του σκέψη και η ιστορική του γνώση. Όσον αφορά στα ιστορικά του ποιήματα ιδιαίτερα, οφείλουμε να λάβουμε υπ’ όψιν μας ότι τα συνέθεσε βιώνοντας την ατμόσφαιρα μιας πόλης που έγινε κατά το ελληνιστικό της παρελθόν χωνευτήρι λαών και σταυροδρόμι πολιτισμών. Οι ήρωές του είναι γνωστά ιστορικά πρόσωπα ή γεννήματα της φαντασίας του και ο ποιητής αφηγείται στους χαρακτήρες που πλάθει ανθρώπινες συμπεριφορές σημαδεμένες από πρόσκαιρο της επιτυχίας και τη μοίρα που εξουδετερώνει την ανθρώπινη θέληση.
Πόλεις της ανατολικής Μεσογείου -ιδιαίτερα η Αλεξάνδρεια όπως προαναφέρθηκε- είναι ο τόπος που λαμβάνουν χώρα τα περιστατικά των ποιημάτων και σύμφωνα με το περιεχόμενό τους χαρακτηρίζονται από τους σύγχρονους σχετικά ερευνητές της καβαφικής ποιητικής ως ψευδοϊστορικά, ιστορικοφανή και ιστοριογενή. Τη διαφορετικότητα ανάμεσα στα ιστορικά του ποιήματα επισήμανε ο ίδιος ο ποιητής, χωρίς όμως να τους δώσει ιδιαίτερη ονομασία. Εισηγητής του όρου «ψευδοϊστορικό» είναι ο Σεφέρης για να διαχωρίσει με αυτόν τα ποιήματα που χρησιμοποιούν το ιστορικό υλικό μεταφορικά, αλληγορικά δημιουργώντας ψεύτικες ιστορίες.[4] Ο Ι. Μ. Παναγιωτόπουλος με τη σειρά του εισηγήθηκε τον όρο «ιστορικοφανή». Εκεί εντάσσει τα ιστορικά ποιήματα, των οποίων τα φανταστικά πρόσωπα εμπλέκονται σε ιστορικό πλαίσιο που επενδύει την πλοκή.[5] Ο Μιχάλης Πιερής θεώρησε αναγκαίο τον όρο «ιστοριογενή» για τα ποιήματα που γεννήθηκαν από άμεσο ιστορικό υλικό.[5]
Τέλος τα ερωτικά ή αισθησιακά ποιήματα του ηδονικού κύκλου του Καβάφη αποτελούν αναμνήσεις πραγματοποιημένων ή μη ερώτων εκφράζοντας τον ιδιότυπο ερωτισμό του, για τον οποίο έχουν τεθεί αρκετές αμφιβολίες.[2][6][7][8]
Ποίημα του Κ.Π. Καβάφη σε τοίχο κτηρίου, στην πόλη Λέιντεν της Ολλανδίας.
Η γλώσσα και η στιχουργική μορφή των ποιημάτων του Καβάφη ήταν ιδιόρρυθμες και πρωτοποριακές για την εποχή. Τα βασικά χαρακτηριστικά τους είναι:
Ο Καβάφης, όπως κάθε ποιητής, λειτουργεί κυρίως μέσω των συμβόλων. Η τέχνη του είναι η συγκέντρωση αρχετύπων, που δίνουν ένα φευγαλέο υπαινικτικό νόημα στο λόγο του. Αντλεί μνήμες από το παρελθόν, από τη συλλογική ψυχή της φυλής και τις αποθέτει στο παρόν, ενίοτε ως προειδοποίηση για τα μελλούμενα. Είναι τέτοια η σχέση του με τη συλλογική ψυχή και τα περιεχόμενά της, που θεωρείται προδρομικός της σχέσης της λογοτεχνίας του 20ου αιώνα με τη συλλογική συνείδηση.[9]
Η συμβολιστική του τάση είναι έντονη και συνδυάζεται με λόγο λιτό αλλά διαχρονικά επίκαιρο. Η ειρωνική διάθεση, αυτό που αποκλήθηκε καβαφική ειρωνεία συνδυάζεται με την τραγικότητα της πραγματικότητας, για να καταστεί κοινωνικά διδακτική και οι ηδονιστικοί του προσανατολισμοί ανακατεύονται με κοινωνικές επισημάνσεις. Αναμφίβολα δεν είναι εύκολο να οριοθετήσει κανείς ξεκάθαρα σε θεματικούς κύκλους την ποιητική του Καβάφη. Η ιστορία ανακατεύεται με τις αισθήσεις και το στοχασμό σε μια ενιαία οντότητα, αυτήν πιθανώς που ο ίδιος ο Καβάφης προσδιορίζει ως «ενιαίο καβαφικό κύκλο», αλλά σε κάθε ξεχωριστή περίπτωση, στον αμέσως επόμενο στίχο, η εναλλαγή δικαιώνει όσους χαρακτήρισαν την καβαφική ποίηση πρωτεϊκή.
ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΙΑΤΙΚΕΣ ΑΝΑΜΝΗΣΕΙΣ
Από μέρες είχαμε που λογαριάζαμε τον ερχομό των Χριστουγέννων .
Χριστούγεννα στην παιδική μας φαντασία , έλεγαν πολλά . Κλείσιμο του σχολείου , χοιρινό..μπόλικο , γλυκά , καινούρια παπούτσια , νυχτερινή μετάβαση στην εκκλησιά με τον πλούσιο φωτισμό και το γιορταστικό διάκοσμο και τόσα άλλα .
Και να που φτάσαμε στην παραμονή !
Μια γλυκιά προσμονή διακατάλαβε το είναι μας , όσο μπαίναμε στη γιορτή..Απ' την προηγούμενη το βράδυ , η γιαγιά μας είχε στείλει να φέρουμε νερό απ' τη βρύση με την αυστηρή παρατήρηση : " Κοιτάτε μην πιείτε απ' το τσουκάλι που θα πάρετε . Το νερό που θα αναπιάσω το προζύμι για τη λειτουργιά ( πρόσφορο ) δεν κάνει να 'ναι απόπιομα . Είναι μεγάλη αμαρτία ...".
Έτσι η γιαγιά ανάπιασε το προζύμι , το σκέπασε καλά-καλά και το πρωί της παραμονής ήταν έτοιμο . Απ' τα ξημερώματα ο καιρός φαινόταν να χειροτερεύει . Το μετερίζι απειλητικό μόλις που διακρινόταν στο βάθος , ψηλά από ένα γκριζόμαυρο αραχνούφαντο παραβάν .
Τα πάντα έδειχναν ότι η κακοκαιρία δεν θ' αργούσε να ξεσπάσει . Πραγματικά , τ' απογευματάκι άρχισε , διακριτικά στην αρχή , τολμηρότερα όσο περνούσε η ώρα , να μας στέλνει τις νιφάδες της .
Αυτές πάλι , ντροπαλές στην αρχή μετεωρίζονταν για κάμποσο και ανάλαφρα προσγειώνονταν , ενώ πολλές δεν πρόφταιναν καν να κατέβουν και έλιωναν . Η μητέρα καταπιάστηκε απ' το πουρνό με το συγύρισμα του σπιτιού .
Ξέστρωσε και τίναξε τα στρωσίδια , σκούπισε καλά-καλά και ξεσκόνισε τα έπιπλα , τα κρεβάτια , το τραπέζι , τα καθίσματα , τα μπαούλα , την πιατοθήκη , τα παράθυρα . Στο μεταξύ η γιαγιά , σαν πιο.." παστρικιά " , άρχισε να ζυμώνει τη λειτουργιά και το χριστόψωμο που στην προκειμένη περίπτωση ήταν ένα , μια και η λειτουργιά ήταν εξάρτημα του χριστουγεννιάτικου ψωμιού .
Αφού ζύμωσε καλά-καλά το ζυμάρι , η μητέρα σαν πια σβέλτα και επιτήδεια , ανέλαβε το στόλισμα . Λάδωσε το ταψί και άρχισε η ιεροτελεστία του Χριστοψώματος , έστρωσε την επιφάνεια του ταψιού με το ζυμάρι πάχους 2 δαχτύλων . Κατόπιν έπλασε δυο μπαστούνια κάποιας διαμέτρου και τα τοποθέτησε σταυρωτά στο ταψί , ώστε να σχηματίσουν Σταυρό .
Στη σταύρωσή τους τοποθέτησε τη λειτουργιά και τη σφράγισε με το " Βλόηρο " , τη σφραγίδα , αφού πρώτα έκαμε το σταυρό της . Μικρότερους βόλους ζυμαριού τοποθέτησε στις άκρες των κάθετων μπαστουνιών και τα σφράγισε με το πίσω μέρος της σφραγίδας , που κι' αυτό φέρνει τον ίδιο τύπο στο δικό της μέγεθος . Ήταν τα..λειτουργόπουλα !!
Το παραδοσιακό , Ρουμελιώτικο Χριστόψωμο...
Το Χριστόψωμο συμβολίζει τη φάτνη που γεννήθηκε ο Χριστός . Τα τέσσερα λειτουργόπουλα συμβολίζουν τα κατσίκια της φάτνης . Για τα πρόβατα της φάτνης η μητέρα κόβει μικρά βολάκια ζυμαριού και τα τοποθετεί στα τέσσερα πλαίσια που σχηματίζονται ανάμεσα στα κάθετα μπαστούνια και είναι τόσα , όσα χρειάζονται για να γεμίσουν . Αυτά είναι τ' αρνάκια .
Στο μέσο κάθε αρνιού μπήζει ένα κομμάτι καρυδόψυχα . Το ολοκάθαρο σπίτι , το αχνιστό μοσχομυρωδάτο Χριστόψωμο , η πλούσια φωτιά που καίει στο τζάκι , δίνουν τη γιορτινή ατμόσφαιρα .
Στο πίσω μέρος της γωνιάς και για την εξουδετέρωση των κακών επιδρομέων , των καλλικαντζάρων που θα έρχονταν το ίδιο βράδυ , τοποθετείται στο " σταχτολόγο " κλωνάρι αγριοκερασιάς που πιστεύεται ότι έχει την ιδιότητα ν' αποτρέπει και να σκορπάει την κακή επίδρασή τους . Τη χωρική αυτή ζεστασιά από το τζάκι θα είχε υπ' όψη του και ο ποιητής του χαρούμενου Χριστουγεννιάτικου τραγουδιού :
" Στη γωνιά μας κόκκινο τ' αναμμένο τζάκι .
Τούφες χιόνι πέφτουνε στο παραθυράκι ,
όλο απόψε ξάγρυπνο μένει το χωριό
και χτυπά Χριστούγεννα το καμπαναριό ".
Τέτοια βραδιά θα ήταν και η βραδιά της γέννησης του Χριστούλη με τη διαφορά ότι θα έλειπε η σχετική άνεση και ζεστασιά που την έχει και η ταπεινότερη και η τελευταία καλύβα . Έξω το χιόνι πύκνωνε και οι νυφάδες , μπαλίτσες βαμπακερές , σκεπάζουν τα γύρω με το κάτασπρο σεντόνι τους . Όλη η οικογένεια συγκεντρωμένη γύρω στην παραστιά , απολαμβάνει την θαλπωρή του τζακιού και το νωχελικό ξεδίπλωμα της φωτιάς περιμένοντας τα μεσάνυχτα που θα σημάνει η καμπάνα .
Για να δημιουργηθεί ζωντανότερη η Χριστουγεννιάτικη ατμόσφαιρα , ο παππούς σαν πιο ηλικιωμένος και πολύξερος διηγείται την παρακάτω χαριτωμένη ιστορία !
" Ζούσε , δω και χρόνια , σε κάποιο χωριό ένας παπάς με το γιό του , τη νύφη του και τα τρία εγγονάκια του . Ο παπάς κοντά στην άλλη ικανοποίηση αισθανόταν και τη χαρά ότι τώρα κατά το γύρισμα στα σπίτια των ενοριτών του για " το σήκωμα του υψώματος ", όπως απαιτούσε το έθιμο , θα είχε σαν συνοδό του τον εγγονό του το Γιώργη που τώρα ήταν 11 χρονών , Και ήταν ανάγκη να συνοδεύεται αφ' ενός για να τον εμποδάνε από τα σκυλιά και από την άλλη να κρατούν τα τράστα και να δέχονται το σιτάρι και τα φασόλια που οι χριστιανοί , αντί χρημάτων , έδιναν στον παπά .
Δεν είχε όμως την ίδια γνώμη κι' ο Γιώργης που προτιμούσε τα παιχνίδια με το χιόνι με τα άλλα παιδιά . Ο παπάς επέμενε . Γιατί να καλοπερνάν τα ξένα παιδιά και να παίρνουν και το χαρτζιλίκι από πάνω ;
Στο άκουσμα για χαρτζιλίκι ο Γιώργης , σα να μαλάκωσε και το ξανασκέφτηκε . Απ' αυτό αδράχτηκε ο παπάς , και ξανάρχισε να μιλάει για τυχερά , και καρύδια και μύγδαλα και γλυκά και αυγά , και χώρια τα λεφτά ." Αμ' αν είναι έτσι ..έρχομαι " λέει αυθόρμητα ο Γιώργης .
Στις τρεις τα μεσάνυχτα χτύπησε η καμπάνα και ο χτύπος της , υπόκωφος απ' το στρωμένο χιόνι , σκορπίζεται στο χωριό . Το χιόνι έχει σταματήσει , αφού όμως το πήγε πάνω από 25 πόντους . Οι χωριανοί αγουροξυπνημένοι πετάγονται απ' τον ύπνο , φώτα ανάβονται , παραθύρια φωτίζονται , και σε λίγο ξεχύνονται στους δρόμους τυλιγμένοι μ' ότι βαρύτερο είχαν .
Από μακριά και μέσα στη νυχτερινή παγάδα φέγγουν τα χρωματιστά παράθυρα της εκκλησιάς και ακούγεται ολοκάθαρα , όσο ζυγώνουν , η φωνή των ψαλτάδων : " Χριστός γεννάται δοξάσατε , Χριστός εξ ουρανού απαντήσατε ". Μέσα στην αστροφεγγιά του χιονιού προσεκτικά βαδίζουν για την εκκλησία , ενώ ένα παγερό αεράκι , που κατεβαίνει απ' το μετερίζι , ξυλιάζει μούτρα , μύτες , αυτιά , χέρια .
Μέσα στην εκκλησιά έχει συγκεντρωθεί όλο σχεδόν το χωριό και με κατάνυξη παρακολουθεί τη λειτουργία της Γέννησης απ' τον καλλίφωνο παπά και τις γλυκές φωνές των ψαλτάδων . " Η γέννησή σου Χριστέ ο θεός ημών , ανέτειλε τω κόσμω το φως το της γνώσεως ..." Η εκκλησία τελειώνει και οι χωριανοί σε ομάδες γυρίζουν στα σπίτια τους για το καθιερωμένο κοντοσούφλι ευχόμενοι εαυτούς και αλλήλους " Χρόνια πολλά και του..χρόνου ".
Ξεντύθηκε κι' ο παπάς και αφού αναπαύθηκε για λίγο , ετοιμάσθηκε φώναξε και τον εγγονό του που πέρασε στον ώμο το δισάκι , πήρε στο χέρι τη μαγκούρα και ξεκίνησαν να περάσουν απ' τα σπίτια των πιστών κατά πως ήταν το έθιμο και να κόψουν το Χριστόψωμο . Μέσα στο μισοσκόταδο και κάτω απ' το ξεροβόρι που ξύριζε στην κυριολεξία , διακρίνονταν οι σιλουέτες του παπά και του εγγονού του που έπρεπε να προσέχουν γιατί το χιόνι είχε παγώσει , καθώς και τα νερά , και υπήρχε φόβος να βρεθούν ξαπλωμένοι χάμω , όπως συνέβη τις προάλλες με την κυρά Γιάννενα που έσπασε το χέρι της και ακόμα τραβιέται .
Οι χωριανοί περιμένουν το πέρασμα του παπά για να το γυρίσουν στο φαγοπότι , γι' αυτό παρακολουθούν τις κινήσεις του παπά απ' τα γαυγίσματα των σκυλιών που μέσα στην πρωινή παγάδα ακούγονται ολοκάθαρα , προδίνοντας κάθε φορά το σημείο που βρίσκεται .
- Να τώρα πέρασε στον πέρα μαχαλά κατά τα σφακιανά . Ακούγεται καθαρά η σκύλα του Γίδα .
- Τώρα κατηφορίζει προς την Ασπρόβρυση . έχουμε καιρό ακόμα . Με το φτάσιμο του παπά τρέχουν οι σπιτικοί να τον καλωσορίσουν και να του φιλήσουν το χέρι .
...Στο μέσο του δωματιού βρίσκεται το Χριστόψωμο , ένα πιάτο με σιτάρι που στη μέση έχει ένα κερί και λίγο λιβάνι πάνω στο τραπέζι . Ο παπάς συνέρχεται λίγο , περνάει το πετραχήλι , ανάβει το θυμιατό και αρχίζει : " Μάγοι και ποιμένες σύρτε προσκυνήστε Χριστόν τον γεννηθέντα εν Βηθλεέμ τη Πόλει ...".
Κατόπιν , με μιά σουγιά , βγάζει το τριγωνικό ύψωμα απ' το χριστόψωμο και το δίνει στο Γιώργη . Αυτός με τη σειρά του το βάζει στο καπέλο του , και κρατώντας το με τα δυο χέρια του στραμμένο προς τα πάνω κάνει το σημείο του Σταυρού επαναλαμβάνοντας τρις : " Μέγα τ' όνομα της Αγίας Τριάδος , Παναγία Θεοτόκε βοήθησον τους δούλους Σου ".
Μετά το παίρνει ο παπάς και το μοιράζει στους παρεστώτες . Στη συνέχεια παίρνει το χριστόψωμο και το φέρνει στο κεφάλι του , το ζυγιάζει καλά -καλά στη μέση και τραβώντας με τα δυο του χέρια , το σπάζει στα δυο . Μια και στη μέση είναι η λειτουργία , όπως είδαμε , επόμενο είναι το χριστόψωμο να κοπεί με τη λειτουργιά αριστερά η δεξιά . Τούτο για τους χωρικούς έχει συμβολική σημασία , αν το μεγαλύτερο κομμάτι είναι δεξιά , τότε στο σπίτι την επόμενη γεωργική χρονιά , θα έχουμε επιτυχία στα στάρια , αν αντίθετα , στ' αριστερά , τα καλαμπόκια .
Ο πάτερ..φαμίλιας , ρίχνει στην αγιαστούρα του παπά , που ράντισε προηγούμενα το σπίτι , ανάλογο νόμισμα και το πιάτο με το στάρι στο τράστο του Γιώργη , κατόπιν φιλεύουν τον παπά για το καλό και δίνουν και στο παιδί κάνα μήλο , καρύδια η κυδώνι .
Αυγά όμως , όπως του είχε πει ο παππούς δεν βλέπει ο Γιώργης και αρχίζει να γκρινιάζει , και να φοβερίζει πως θα φύγει .
- Παιδί μου , του λέει ο παπάς , οι χωριανοί από μοναχοί τους δεν δίνουν αυγά , πρώτα γιατί την εποχή αυτή δεν γεννούν οι κότες , αλλά και αν έχουν και λιγοστά τα κρατούν για λόγου τους . Πρέπει λοιπόν με κάποιο τρόπο να τους υποδείξουμε και τότε σίγουρα θα φιλοτιμηθούν .
Λοιπόν , πρέπει όταν μπαίνουμε στα σπίτια , εσύ , ενώ εγώ θα ψέλνω , τάχα χαζά και με αφέλεια θα βγάζεις ένα αυγό που θα έχεις και θα παίζεις πάνω κάτω .
Το πρόσωπο του Γιώργη συσπάσθηκε και τα μάτια του γυάλισαν . Στο πρώτο σπίτι που μπήκαν στη συνέχεια , το σχέδιο μπήκε σ' ενέργεια , και τ' αποτελέσματα αποδείχτηκαν ικανά . Στα 83 σπίτια που πήγαν μέχρι τις 11 το μεσημέρι τ' αυγά έγιναν..τριάντα .
Αλλά , πρόσθεσε ο Παππούλης , η ώρα πέρασε και θα πρέπει να πάμε για ύπνο γιατί στις 3 τα μεσάνυχτα , θα χτυπήσει η καμπάνα για τη γέννηση του Χριστούλη και δεν θα πρέπει ν' απουσιάσουμε απ' το χαρμόσυνο αυτό γεγονός , και πρόσθεσε χαμογελώντας .
" Μη ξεχάσετε να φιλέψετε μαζί με τον παπά και το μικρό Γιώργη που θα σέρνει κοντά του , κι' αν υπάρχει και κάνα αυγό στη..φωλιά , ας το δώσουμε γιά να χαρεί κι' αυτός..".
Και του χρόνου..
ΣΗΜΕΙΩΣΗ : Αυτή ήταν , φίλοι μου , η όμορφη και..νοσταλγική ανάμνηση του Χαράλαμπου Θάνου , απ' το Δάφνο , που , όπως έχουμε πει , δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα " ΛΙΔΩΡΙΚΙ " του Γιώργου Καψάλη , το Νοέμβριο του 1982 , αριθ. φύλλου 12 .
ΧΡΟΝΙΑ ΠΟΛΛΑ
Στις μέρες μας, οι περισσότεροι άνθρωποι σε όλο τον κόσμο και επομένως και στην χώρα μας, συνηθίζουν να στολίζουν δέντρο κατά τη διάρκεια των εορτών, οι οποίες διαρκούν από τα... Χριστούγεννα έως και τα Θεοφάνεια. Πρόκειται για το γνωστό 12ήμερο των εορτών κάθε χρόνο τέτοια περίοδο.
Ωστόσο, ο στολισμός τόσο των σπιτιών, όσο και των δρόμων κάθε τέτοια εποχή του χρόνου, δεν είναι κάτι καινούργιο, ούτε κάτι που ανακαλύφθηκε πρόσφατα. Πρόκειται για μία σειρά από έθιμα, των οποίων η απαρχή χάνεται στα βάθη των αιώνων και φτάνει μέχρι και την αρχαιότητα. Βέβαια, διαφορετικές ήταν οι προτεραιότητες των τότε κοινωνιών και διαφορετικές αυτές του σήμερα, όπως και με διαφορετικό τρόπο και μέσα εκφράζονταν τότε οι άνθρωποι σε σχέση με τις μέρες μας.
Στόλισμα στην αρχαιότητα
Πολλοί είναι αυτοί που ισχυρίζονται ακόμα και σήμερα πως το στόλισμα δέντρου κατά την εποχή των Χριστουγέννων είναι ένα έθιμο που μας ήρθε από το εξωτερικό, αλλά αυτό είναι στην πραγματικότητα λάθος. Είτε αρέσει σε κάποιους είτε όχι, παρόμοιο έθιμο υπήρχε στην αρχαία Ελλάδα. Και τότε στόλιζαν δέντρο, αλλά όχι έλατο. Αναφερόμαστε φυσικά στην Ειρεσιώνη. Η ανάλυση της λέξης είναι από το είρος ή έριον, μαλλίον. Επρόκειτο για ένα μεγάλο κλαδί αγριελιάς (ή αλλιώς κότινος), το οποίο στόλιζαν με γιρλάντες από λευκό και κόκκινο μαλλί. Μαζί κρεμούσαν και καρπούς της εποχής (μεταξύ φθινοπώρου και χειμώνα) όπως σύκα, αμύγδαλα, κάστανα, καρύδια και δημητριακά.
Η περιφορά της Ειρεσιώνης
Τους καρπούς τους έδεναν μόνους ή μαζί σε κλωστή και τους κρεμούσαν στα κλαδάκια. Βέβαια, το όλο σκηνικό δεν είχε σχέση με τη γέννηση του Χριστού, αλλά ήταν ένας τρόπος να ευχαριστήσουν τη φύση για τη γονιμότητα του χρόνου που έφευγε και να την παρακαλέσουν να συνεχιστεί αυτή και το ερχόμενο έτος. Η Ειρεσιώνη ήταν αφιερωμένη στην Αθηνά, τον Απόλλωνα και τις Ώρες (Ευνομία, Δίκη, Ειρήνη).
Ωστόσο, το όλο σκηνικό κρατούσε πολύ καιρό και ξεκινούσε αρκετά πιο πριν. Από τις 22 Σεπτεμβρίου έως και τις 20 Οκτωβρίου, παιδιά των οποίων και οι δύο γονείς ζούσαν, περιέφεραν την Ειρεσιώνη στους δρόμους των Αθηνών και άλλων πόλεων τραγουδώντας κάλαντα από σπίτι σε σπίτι. Οι νοικοκυραίοι τους έδιναν το φιλοδώρημα τους, συνήθως γλυκά και καρπούς και όταν επέστρεφαν σπίτι, κρεμούσαν την Ειρεσιώνη πάνω από την εξώπορτά τους. Την άφηναν εκεί μέχρι την ιδία ημέρα του νέου χρόνου. Όταν άλλαζαν την Ειρεσιώνη έκαιγαν την παλιά, πριν τοποθετήσουν τη νέα, σε μια καθαρά συμβολική πράξη. Τέλος, πρέπει να επισημάνουμε πως υπήρχαν και παιδιά, τα οποία είχαν επιφορτιστεί με το κρέμασμα της Ειρεσιώνης πάνω από την θύρα του Ιερού του Απόλλωνος.
Το κείμενο από τα κάλαντα της εποχής
Η μεταφορά του εθίμου
Εδώ θα πρέπει να τονίσουμε πως είναι απολύτως λογικό οι Έλληνες εκείνης της εποχής που ήταν δεινοί θαλασσοπόροι, λόγω των ταξιδιών και των αποικισμών που έκαναν σε άλλες χώρες να μετέφεραν το παραπάνω έθιμο στους εκεί κατοίκους. Βέβαια, επειδή σε αυτές τις περιοχές δεν υπήρχαν ελιές, επόμενο είναι αυτοί να στόλιζαν τα δικά τους δέντρα, όπως ας πούμε τα έλατα. Στη συνέχεια, την εποχή του Βυζαντίου, η μετεξέλιξη του εθίμου, χρησιμοποιήθηκε από τους Χριστιανούς της εποχής, προκειμένου να τιμήσουν τη χριστιανική παράδοση και τη γέννηση του Χριστού, αλλά και την Πρωτοχρονιά. Σύμφωνα με μελετητές και ιστορικούς που αναφέρονται σε αυτή την εποχή, ο έπαρχος της κάθε πόλης έδινε διαταγή να στολιστούν στύλοι με δενδρολίβανα, κλαδιά μύρτου και άνθη εποχής.
Εδώ θα πρέπει να σημειώσουμε πως στην αυτοκρατορία του Βυζαντίου συμμετείχαν και άνθρωποι από άλλα κράτη, τα οποία είχαν διαφορετική θρησκεία από την χριστιανική, ήσαν δηλαδή αλλόθρησκοι. Αυτοί θεωρείται από κάποιους πως έφεραν το έθιμο του στολισμού από τα δικά τους κράτη πίσω στο Βυζάντιο και συνεπώς την Ελλάδα. Εδώ δένει και η φράση από τα πρωτοχρονιάτικα κάλαντα «Αρχιμηνιά κι αρχιχρονιά, ψηλή μου δενδρολιβανιά». Τα δενδρολίβανα μοιάζουν πολύ με τα έλατα. Οι στολισμοί στα έλατα με κεράκια αρχικά, ήταν για πολλούς ιδέα του Μαρτίνου Λούθηρου, που την εμπνεύστηκε από τα αστέρια που έλαμπαν και «έπαιζαν» με τα κλαδιά των δέντρων στο δάσος.
Επιστροφή στα πάτρια εδάφη
Στη συνέχεια το έθιμο διαδόθηκε στις χώρες της Δύσης και παρέμεινε μέχρι σήμερα να τηρείται τόσο από Καθολικούς όσο και από Προτεστάντες. Στην Ελλάδα, οι πληροφορίες θέλουν το έθιμο να επιστρέφει χάρη στους Βαυαρούς μετά την λήξη της Επανάστασης του 1821 και τη σύσταση του ελληνικού κράτους. Μάλιστα, το πρώτο χριστουγεννιάτικο δέντρο στήθηκε και στολίστηκε στα ανάκτορα του Όθωνα το 1833, για να έρθει αργότερα η καθιέρωση του. Στη Βαυαρία, αυτό συνέβαινε ήδη αρκετές δεκαετίες πριν, αφού η περιοχή είχε έλατα.
Ενδιάμεσα, κάποιες περιοχές της Ελλάδας, κυρίως αυτές του Βορρά επέμεναν να στολίζουν το λεγόμενο Χριστόξυλο, γνωστό και ως Δωδεκαμερίτη ή Σκαρκάνζαλο. Έβαζαν ένα κούτσουρο από άγρια κερασιά, πεύκο ή ελιά, συνήθως μεγάλο, στο τζάκι και το άφηναν να καίει για όλο το 12ήμερο των εορτών. Με αυτό τον τρόπο έφερναν καλοτυχία στο σπίτι και το προστάτευαν από κακά πνεύματα, καλικάτζαρους και κλέφτες.
Το χριστόξυλο
Το «ελληνικό» καραβάκι
Σε αυτό το σημείο πρέπει να πούμε πως το έθιμο του στολισμού δέντρου κατά τη διάρκεια του 12ήμερου εορτασμού από τα Χριστούγεννα μέχρι και τα Θεοφάνεια δεν είναι το μοναδικό στη χώρα μας. Κάθε γεωγραφική περιοχή έχει τα δικά της ήθη και έθιμα, που της δίνουν μια ξεχωριστή ταυτότητα και μια όμορφη διαφορετικότητα. Έτσι και στο θέμα των στολισμών από παλιά, οι οικογένειες που ζούσαν και ζουν στα νησιά, κυρίως του Αιγαίου και δη των Κυκλάδων, αλλά και άλλων παραθαλάσσιων περιοχών, κατασκεύαζαν με χαρτί και ξύλο ένα ομοίωμα καραβιού. Στη συνέχεια το στόλιζαν με σχοινιά και χαρτί διάφορων χρωμάτων. Με αυτό γυρνούσαν από σπίτι σε σπίτι για να πουν τα κάλαντα και να πάρουν το φιλοδώρημά τους.
Το συγκεκριμένο έθιμο το τηρούσαν πιστά κυρίως οι οικογένειες που είχαν ναυτικούς. Στο καραβάκι φύλαγαν τα χριστόψωμα και τα φιλοδωρήματα, (συνήθως γλυκά). Πάντως, το συγκεκριμένο έθιμο δεν είχε μόνο χαρούμενη «απόχρωση» αλλά αποτελούσε και ένα είδος τάματος και μνημόσυνου για τους ναυτικούς που είχαν χαθεί στις θάλασσες ή μια μορφή ευχής για όσους έλειπαν στα καράβια μακριά από την οικογένειά τους ετούτες τις άγιες μέρες. Αυτός ήταν και είναι ένας επιπλέον λόγος που το καραβάκι δεν το χρησιμοποιούσαν και δεν το χρησιμοποιούν ιδιαίτερα οι οικογένειες στην Ελλάδα.
Το καραβάκι
Πάντως, σε κάποιες περιπτώσεις αποτελούσε και ένα καλωσόρισμα στους ναυτικούς που επέστρεφαν στην οικία τους. Συμβολικά, σήμαινε και σημαίνει για πολλούς την καινούργια πλεύση του ανθρώπου στη ζωή, με τη βοήθεια του Χριστού που γεννήθηκε. Μέχρι τη δεκαετία του 1950 αποτελούσε μια σημαντική επιλογή για πολλά σπίτια στην Ελλάδα, αλλά από εκεί και έπειτα άρχισε να φθίνει. Ωστόσο, πάντα θα υπάρχουν τα σπίτια, τα κτήρια και οι πλατείες που θα επιλέγουν να στολίζουν καραβάκι αντί για δέντρο.
Όπως και να έχει, αυτό που θα πρέπει να κρατήσουμε ως σημαντικό στοιχείο, είναι πως τα ήθη και τα έθιμα για κάθε τόπο και για κάθε εποχή, είναι πολύ σημαντικά και δεν πρέπει να τα ξεχνάει κανείς. Αντίθετα, θα πρέπει όλοι να τα γνωρίζουν, να επισημαίνουν την αξία τους και να συμμετέχουν όσο μπορούν σε αυτά. Μόνο έτσι διατηρείται αναλλοίωτη η ταυτότητα ενός έθνους. Πάνω από όλα όμως, θα πρέπει να μην ξεχνάμε ποτέ μας το αληθινό νόημα των εορτών του 12ημέρου από τα Χριστούγεννα έως τα Φώτα, να διδασκόμαστε από αυτό και να φερόμαστε ανάλογα κατά τη διάρκεια των εορτών.
Λιδορικι , η πλατεία Αλωνακίου στολισμένη και φωταγωγημένη .
Τα έθιμα, οι τοπικές συνήθειες, οι πανηγυρισμοί και οι λοιπές τελετουργικές πρακτικές ενδυναμώνουν το συλλογικό πνεύμα, την αλληλεγγύη και τη συνεργασία μεταξύ των ανθρώπων, από την αρχαιότητα μέχρι τις μέρες μας και συμβάλλουν στη διατήρηση της ταυτότητάς μας.
Τα ήθη και τα έθιμα που υπάρχουν την περίοδο των εορτών του Δεκεμβρίου είναι πολλά και διάφορα. Δωδεκάμερο ή Δωδεκαήμερο ονομάζεται η περίοδος από την παραμονή των Χριστουγέννων μέχρι και τα Φώτα. Η έννοια του δωδεκαήμερου εμφανίζεται από τα βυζαντινά χρόνια για τους Έλληνες και από τα μεσαιωνικά για άλλους λαούς.
Ο εορτασμός της γέννησης του Χριστού, την 25η Δεκεμβρίου, καθιερώθηκε από τους χριστιανούς της Ρώμης, γιατί αυτή την ημέρα οι Ρωμαίοι γιόρταζαν το θεό τους Μίθρα, που ήταν ο θεός του Ήλιου και του Φωτός και συμβόλιζε τον αγώνα κατά του σκότους. Έτσι θα παραγκωνιζόταν ο θεός Μίθρα και θα συνδεόταν ο υιός του θεού με τον Ήλιο και το Φως. Εξάλλου από την 22η Δεκεμβρίου (την 21η έχουμε το χειμερινό ηλιοστάσιο) οι ημέρες αρχίζουν να μεγαλώνουν και έτσι η γέννηση του Χριστού συνδέθηκε με τον ήλιο και την αύξηση του φωτός.
Λιδορικιωτοπούλες μας λένε τα κάλαντα .
Ξεχωριστή νότα , στις Χριστουγεννιάτικες γιορτάδες , δίνει τα τελευταία χρόνια και η μπάντα του Πολιτιστικού Ομίλου Λιδορικίου ( Π.Ο.Λ ) , που σεργιανίζει τις Λιδορικιώτικες γειτονιές , γεμίζοντάς τες με ζωντάνια και χαρά κάνοντας έτσι ξεχωριστή την γιορταστική ατμόσφαιρα .
Μαζί όμως με τα θρησκευτικά τους καθήκοντα και τις ευχαριστίες τους στους θεούς, έδιναν ευχές και στους ανθρώπους, γυρίζοντας από σπίτι σε σπίτι, τραγουδώντας:
"Στο σπίτι τούτο πούρθανε, του πλουσιονοικοκύρη
να ανοίξουνε οι πόρτες του να μπει ο πλούτος μέσα
να μπει ο πλούτος κι η χαρά κι η ποθητή ειρήνη,
για να γεμίσουν τα σταμνιά μέλι, κρασί και λάδι
κι η σκάφη του ζυμώματος με φουσκωτό ζυμάρι.
Ο γιος του νοικοκύρη μας να παντρευτεί μια ωραία
κι η κόρη με τα χέρια της να υφάνει πανωραία"
Το παραπάνω τραγούδι, που μεταφράστηκε σε ελεύθερους στίχους, λένε πως το έγραψε ο ίδιος ο Όμηρος όταν βρισκόταν στη Σάμο.(...) Εκεί, όπως αναφέρει στο βιβλίο του "'Όμηρος" ο λογοτέχνης και πρώην καθηγητής του Βαρβακείου Γιάννης Οικονομίδης, ο Όμηρος σκάρωσε διάφορα τραγούδια κι όταν ήρθε η άνοιξη, πήγε μαζί με μια ομάδα παιδιών και το τραγούδησαν στα σπίτια των πλουσίων.
Ο Πλούταρχος μας δίνει ένα άλλο τραγούδι της Ειρεσιώνης, που κι αυτό είναι γεμάΞτο ευχές για την υγεία και την ευτυχία των ανθρώπων, καθώς και την καρποφορία της γης.
"Η Ειρεσιώνη σύκα φέρει
και φουσκωτά ψωμιά
και μέλι στο κύπελλο
και λάδι για το φως
και κούπα μ'αγνό κρασί,
για να μεθύσει
και να κοιμηθεί."
Όπως τώρα, έτσι και τότε τα παιδιά, συγκεντρωμένα σε ομάδες, με μια κλάρα δάφνης ή ελιάς, στολισμένη με γιρλάντες από άσπρο και κόκκινο βαμμένο μαλλί - σύμβολα της υγείας και της ομορφιάς - αφού τη στόλιζαν καλά και κρεμούσαν στα κλωνιά της σύκα, φρούτα και ψωμί και μαζί μ' αυτά και τρία δοχεία με λάδι, μέλι και κρασί, ξεκινούσαν για τα σπίτια τραγουδώντας. Μπροστά πήγαινε ένα αγόρι, με μάνα και πατέρα στη ζωή, κρατώντας ψηλά την ειρεσιώνη και πίσω του όλα τ' άλλα τα παιδιά. Όπως τώρα, έτσι και τότε, σ' όσα σπίτια τραγουδούσαν τα παιδιά, οι νοικοκυρές τους έδιναν διάφορα φιλοδωρήματα.
Τα κάλαντα τα λαϊκά, με τις υπέροχες εικόνες και τη γνήσια γλώσσα του λαού, που έθρεψαν και γιγάντωσαν τη λαϊκή ψυχή και τη λαϊκή φαντασία, μέσα στους αιώνες της τουρκικής σκλαβιάς, φύτρωσαν και άνθισαν την ίδια εποχή, που άρχισε να ανθίζει και το δημοτικό τραγούδι στην πατρίδα μας.
Οι Λιδορικιώτικες φωτογραφίες είναι απ’ το αρχείο μας .
Χ Ρ Ο Ν Ι Α Π Ο Λ Λ Α
Καλά Χριστούγεννα και καλή χρονιά
Από πού Προέρχεται το Χριστουγεννιάτικο Δέντρο
Οι πρόγονοι του Χριστουγεννιάτικου δέντρου μπορούν να αναζητηθούν στα ειδωλολατρικά έθιμα της λατρείας των δέντρων. Τότε δέντρα μεταφέρονταν μέσα στα σπίτια και οι άνθρωποι τα στόλιζαν για να εξασφαλίσουν καλή σοδειά τον επόμενο χρόνο. Λέγεται ότι ο Μαρτίνος Λούθηρος ξεκίνησε την παράδοση των αναμμένων λαμπών στο Χριστουγεννιάτικο δέντρο, στη Γερμανία, τον 16ο αιώνα. Η εικόνα ενός πράσινου δέντρου την παραμονή των Χριστουγέννων, με τα αστέρια να λάμπουν στον ουρανό από πάνω του, λέγεται ότι του έκανε μεγάλη εντύπωση κι έτσι τοποθέτησε ένα παρόμοιο δέντρο, διακοσμημένο με αναμμένα κεριά, μέσα στο σπίτι του. Στα μέσα του 1800, το έθιμο του Χριστουγεννιάτικου δένδρου είχε επεκταθεί ταχύτατα σε όλο τον κόσμο. Το έθιμο γινόταν αιτία για πολλά ατυχήματα!. Έτσι, μέχρι να εφευρεθούν τα ηλεκτρικά φωτάκια, οι προνοητικοί είχαν και έναν κουβά νερό κάτω από το δέντρο, για τον κίνδυνο πυρκαγιάς…
Το 1882, το πρώτο ηλεκτρικά φωτισμένο Χριστουγεννιάτικο δέντρο του κόσμου, στολίσθηκε στην πόλη της Νέας Υόρκης, στην κατοικία του Έντουαρτ Τζόνσον, ενός συναδέλφου του εφευρέτη Τόμας Έντισον. Σήμερα, περισσότερα από 72 εκατομμύρια δέντρα στολίζονται κάθε Χριστούγεννα, και από αυτά, 35 εκατομμύρια είναι αληθινά δέντρα ενώ 37 εκατομμύρια είναι ψεύτικα.
(Από την ιστοσελίδα του Valentine floral creations)
Η Γαλοπούλα. Στην Ευρώπη, υπήρχε παλαιότερα η συνήθεια να μαγειρεύουν μεγάλα πουλιά για το γιορτινό γεύμα. Προτιμούσαν τους φασιανούς, τις χήνες και τα παγόνια. Όταν, όμως δοκίμασαν τη γαλοπούλα, την καθιέρωσαν ως το κατεξοχήν χριστουγεννιάτικο γεύμα. Στις αρχές του 19ου αιώνα, στο Νόρφολκ της Αγγλίας οι πτηνοτρόφοι έλυσαν το πρόβλημα της μεταφοράς της γαλοπούλας ως εξής: έβαζαν τα πουλιά να διανύουν πάνω από 100 χιλιόμετρα σε μια εβδομάδα για να φτάσουν στην πρωτεύουσα. Κι επειδή τα ποδαράκια τους δεν είναι φτιαγμένα για πεζοπορία, τους φορούσαν ειδικά καλύμματα ή τα βουτούσαν σε πίσσα, για να σκληρύνουν! (Από την ιστοσελίδα www.pasipka.gr)
Η Προέλευση της Χριστουγεννιάτικης κάρτας
Σύμφωνα με την εγκυκλοπαίδεια Britannica Online, αν και οι ξυλοχαράκτες κατασκεύαζαν αντικείμενα με θρησκευτικά θέματα κατά τη διάρκεια του Μεσαίωνα, η πρώτη Χριστουγεννιάτικη κάρτα, με τη σημερινή της έννοια, πιστεύεται ότι σχεδιάστηκε από τον Callcott Horsley στην Αγγλία το 1843.Λέγεται ότι την δημιούργησε για τον φίλο του Sir Henry Cole. Μία έκδοση 1.000 καρτών βγήκε προς πώληση στο Λονδίνο. Λιθογραφήθηκε σε χοντρό χαρτόνι, 5 1/8 επί 3 1/4 inches, σε σκούρα σέπια και ζωγραφίστηκε με το χέρι. Το κέντρο της κάρτας έδειχνε ένα οικογενειακό πάρτι σε εξέλιξη, κάτω από το οποίο υπήρχαν οι λέξεις «Χαρούμενα Χριστούγεννα και Ευτυχισμένο το Νέο Έτος». Στη μία πλευρά υπάρχει μία σκηνή που ταΐζουν κάποιον πεινασμένο και στην άλλη μία σκηνή που ντύνουν τους φτωχούς. Στις ΗΠΑ, ο κύριος Pease, ιδιοκτήτης ενός καταστήματος στο Albany της Ν. Υόρκης, κατασκεύασε στα μέσα του 19ου αιώνα μία κάρτα με «Χριστουγεννιάτικες ευχές από το μεγάλο κατάστημα του Pease, το ναό της μόδας».
(Από την ιστοσελίδα του Valentine floral creations)
Απ’ την ιστοσελίδα dim-rizou.pel.sch.gr
Χ Ρ Ο Ν Ι Α Π Ο Λ Λ Α
ΛΑΟΓΡΑΦΙΑ
. Έθιμα και παραδόσεις της πατρίδας μας, που δίνουν ξεχωριστό χρώμα στις περιοχές που τα τηρούν ακόμα.
Έθιμα από την Κεντρική Ελλάδα:
«Το τάισμα της βρύσης»
Τα μεσάνυχτα της παραμονής των Χριστουγέννων γίνεται το λεγόμενο "τάισμα" της βρύσης. Οι κοπέλες, τα χαράματα των Χριστουγέννων, αλλού την παραμονή της Πρωτοχρονιάς, πηγαίνουν στην πιο κοντινή βρύση "για να κλέψουν το άκραντο νερό". Το λένε άκραντο, δηλαδή αμίλητο, γιατί δε βγάζουν λέξη σ’ όλη τη διαδρομή. Αλείφουν τις βρύσες του χωριού με βούτυρο και μέλι, με την ευχή όπως τρέχει το νερό να τρέχει και η προκοπή στο σπίτι τον καινούργιο χρόνο και όπως γλυκό είναι το μέλι, έτσι γλυκιά να είναι και η ζωή τους. Για να έχουν καλή σοδειά, όταν φτάνουν εκεί, την "ταΐζουν", με διάφορες λιχουδιές, όπως βούτυρο, ψωμί, τυρί, όσπρια ή κλαδί ελιάς. Έλεγαν μάλιστα πως όποια θα πήγαινε πρώτη στη βρύση, αυτή θα στεκόταν και η πιο τυχερή ολόκληρο το χρόνο.
Έπειτα ρίχνουν στη στάμνα ένα βατόφυλλο και τρία χαλίκια, "κλέβουν νερό" και γυρίζουν στα σπίτια τους πάλι αμίλητες μέχρι να πιούνε όλοι από το άκραντο νερό. Με το ίδιο νερό ραντίζουν και τις τέσσερις γωνίες του σπιτιού, ενώ σκορπούν στο σπίτι και τα τρία χαλίκια.
«Κλωνάρια στο τζάκι» ή «Πάντρεμα της φωτιάς»
Την παραμονή των Χριστουγέννων σε πολλά μέρη της Ελλάδας "παντρεύουν", τη φωτιά. Παίρνουν δηλαδή ένα ξύλο με θηλυκό όνομα π.χ. κερασιά και ένα με αρσενικό όνομα, συνήθως από αγκαθωτά δέντρα. Τα αγκαθωτά δέντρα, κατά τη λαϊκή αντίληψη, απομακρύνουν τα δαιμονικά όντα, όπως τους καλικάντζαρους.
Στη Θεσσαλία, επιστρέφοντας από την εκκλησία στο σπίτι, τα κορίτσια βάζουν παραδίπλα στο αναμμένο τζάκι κλωνάρια κέδρου που τα ξεδιαλέγουν, ενώ τα αγόρια τοποθετούν κλαδιά από αγριοκερασιά. Τα μικρά αυτά κλαδιά δέντρων αντιπροσωπεύουν τις προσωπικές τους επιθυμίες για την πραγματοποίηση μιας όμορφης ζωής. Φροντίζουν μάλιστα τα κλαδιά αυτά να είναι λυγερά και παρακολουθούν με ενδιαφέρον ποιο κλωνάρι θα καεί πρώτο, καθώς λένε πως αυτό είναι καλό σημάδι για το κορίτσι ή το αγόρι, αντίστοιχα, και συγκεκριμένα πως θα είναι αυτό που θα παντρευτεί πρώτο.
«Η γουρουνοχαρά»
Ένα από τα σημαντικότερα χριστουγεννιάτικα έθιμα της Θεσσαλίας είναι το σφάξιμο του γουρουνιού. Η προετοιμασία για το σφάξιμο του γουρουνιού γινόταν με εξαιρετική φροντίδα, ενώ επακολουθούσε γλέντι μέχρι τα ξημερώματα, για να επαναληφθεί η ίδια διαδικασία την επόμενη και τη μεθεπόμενη μέρα. Τρεις-τέσσερις συγγενικές οικογένειες καθόριζαν με τη σειρά ποια ημέρα θα έσφαζε το γουρούνι της.
Για κάθε σφαγή μεγάλου γουρουνιού απαιτούνταν 5-6 άνδρες, εκτός των παιδιών, που είχαν ηλικία πολλές φορές 20-25 ετών. Επειδή όμως η όλη εργασία είχε ως επακόλουθο το γλέντι και τη χαρά, γι’ αυτό και η ημέρα αυτή καθιερώθηκε ως "γουρουνοχαρά ή γρουνουχαρά". Όταν μάλιστα προσκαλούσαν κάποιον την ημέρα αυτή, δεν έλεγαν "έλα να σφάξουμε το γουρούνι", αλλά "έλα, έχουμε γουρουνοχαρά". Το σφάξιμο των γουρουνιών δεν συνέπιπτε τις ίδιες ημερομηνίες κατά περιφέρειες. Σε άλλες περιοχές τα έσφαζαν 5-6 ημέρες πριν από τα Χριστούγεννα και σε άλλες άρχιζαν από την ημέρα των Χριστουγέννων και μετά, ανάλογα με την παρέα. Τα περισσότερα γουρούνια σφάζονταν στις 27 Δεκεμβρίου, ημέρα του Αγίου Στεφάνου. Γι’ αυτό και η γιορτή αυτή ονομαζόταν "γρουνοστέφανος ή γουρουνοστέφανος". Υπάρχουν όμως και μικρές περιοχές που τα έσφαζαν ένα μήνα ή και περισσότερο, μετά τα Χριστούγεννα.
Μετά το γδάρσιμο, άρχιζε το κόψιμο του λίπους (παστού), για να γίνει έπειτα το κόψιμο του κρέατος σε μικρά τεμάχια. Το λίπος αυτό, αφού το έλιωναν πρώτα, το έβαζαν σε δοχεία λαδιού ή πετρελαίου και αφού πάγωνε, διατηρούνταν σχεδόν όλο το χρόνο. Οι κάτοικοι της Θεσσαλίας το χρησιμοποιούσαν όλο το χρόνο και σε όλα σχεδόν τα φαγητά. Υπήρχαν μάλιστα περιπτώσεις που πολλοί δεν το αντικαθιστούσαν με τίποτα. Ακόμα και το καλοκαίρι στα φαγητά τους χρησιμοποιούσαν λίπος, γιατί το θεωρούσαν δική τους παραγωγή και επομένως φθηνό, σε αντίθεση με το λάδι που το αγόραζαν μισή ή μια οκά για να περάσουν ένα και δυο μήνες. Επίσης, πολλές φτωχές οικογένειες δεν αγόραζαν καθόλου λάδι και δεν ήξεραν ούτε ποιο είναι το χρώμα του.
Η γουρουνοχαρά κράτησε, με όλη την αίγλη της, μέχρι το 1940. Συνεχίστηκε βέβαια και αργότερα, μέχρι το 1955, αλλά τα μεγάλα γεγονότα, Κατοχή και εμφύλιος πόλεμος, ανέκοψαν τον ενθουσιασμό και ανέτρεψαν μια παραδοσιακή συνήθεια που κράτησε πολλούς αιώνες.
Έθιμα από τη Μακεδονία:
«Το Χριστόξυλο»
Στα χωριά της βόρειας Ελλάδας , από τις παραμονές των εορτών ο νοικοκύρης ψάχνει στα χωράφια και διαλέγει το πιο όμορφο, το πιο γερό , το πιο χοντρό ξύλο από πεύκο ή ελιά και το πάει σπίτι του. Αυτό ονομάζεται Χριστόξυλο και είναι το ξύλο που θα καίει για όλο το δωδεκαήμερο των εορτών, από τα Χριστούγεννα μέχρι και τα Φώτα, στο τζάκι του σπιτιού. Η στάχτη των ξύλων αυτών προφύλασσε το σπίτι και τα χωράφια από κάθε κακό.Πριν ο νοικοκύρης φέρει το Χριστόξυλο, κάθε νοικοκυρά φροντίζει να έχει καθαρίσει το σπίτι και με ιδιαίτερη προσοχή το τζάκι , ώστε να μη μείνει ούτε ίχνος από την παλιά στάχτη. Καθαρίζουν ακόμη και την καπνοδόχο, για να μή βρίσκουν πατήματα να κατέβουν οι καλικάντζαροι, τα κακά δαιμόνια, όπως λένε στα παραδοσιακά χριστουγεννιάτικα παραμύθια. Το βράδυ της παραμονής των Χριστουγέννων , όταν όλη η οικογένεια θα είναι μαζεμένη γύρω από το τζάκι , ο νοικοκύρης του σπιτιού ανάβει την καινούρια φωτιά και μπαίνει στην εστία το Χριστόξυλο. Σύμφωνα με τις παραδόσεις του λαού, καθώς καίγεται το Χριστόξυλο, ζεσταίνεται ο Χριστός στη φάτνη Του. Σε κάθε σπιτικό, οι νοικοκυραίοι προσπαθούν το Χριστόξυλο να καίει μέχρι τα Φώτα.
«Οι Μωμόγεροι»
Η λαϊκή φαντασία οργιάζει στην κυριολεξία σχετικά με τους Καλικάντζαρους, που βρίσκουν την ευκαιρία να αλωνίσουν τον κόσμο από τα Χριστούγεννα μέχρι τα Φώτα, τότε δηλαδή που τα νερά είναι "αβάφτιστα". Η όψη τους τρομακτική, οι σκανδαλιές τους απερίγραπτες και ο μεγάλος φόβος τους η φωτιά. Στις περιοχές της Μακεδονίας και της Θράκης εμφανίζεται το έθιμο των μεταμφιέσεων, που φαίνεται πως έχει σχέση με τους καλικάντζαρους.
Στα χωριά Πλατανιά και Σιταγροί του Νομού Δράμας συναντάμε το έθιμο των Μωμόγερων, το οποίο προέρχεται από του Πόντιους πρόσφυγες. Η ονομασία του εθίμου προέρχεται από τις λέξεις μίμος ή μώμος και γέρος και συνδέεται με τις μιμητικές κινήσεις των πρωταγωνιστών. Αυτοί, φορώντας τομάρια ζώων – λύκων, τράγων ή άλλων - ή ντυμένοι με στολές ανθρώπων οπλισμένων με σπαθιά, έχουν τη μορφή γεροντικών προσώπων. Οι Μωμόγεροι, εμφανίζονται καθ’ όλη τη διάρκεια του δωδεκαημέρου των εορτών, και προσδοκώντας τύχη για τη νέα χρονιά, γυρίζουν σε παρέες στους δρόμους των χωριών και τραγουδούν τα κάλαντα ή άλλους ευχετικούς στίχους. Όταν δύο παρέες συναντηθούν, κάνουν ψευτοπόλεμο μεταξύ τους, ώσπου η μία ομάδα να νικήσει και η άλλη να δηλώσει υποταγή.
Παραλλαγές του ίδιου εθίμου, συναντώνται σε χωριά της Κοζάνης και της Καστοριάς, με την ονομασία Ραγκουτσάρια.
Έθιμα από την Ήπειρο:
«Tα καρύδια»
Τα καρύδια είναι ένα παραδοσιακό ομαδικό παιγνίδι που παίζουν τα παιδιά στην Ήπειρο. Οι κανόνες του παιχνιδιού έχουν ως εξής: Κάποιο παιδί χαράζει στο χώμα μια ευθεία γραμμή. Πάνω σ’ αυτή, κάθε παίκτης βάζει κι από ένα καρύδι στη σειρά. Μετά, ο κάθε παίκτης με τη σειρά του και από κάθετη απόσταση ενός με δύο μέτρα από τη γραμμή των καρυδιών, σημαδεύει σκυφτός, και με το μεγαλύτερο και το πιο στρογγυλό καρύδι του, κάποιο άλλο καρύδι. Όποιο καρύδι πετύχει και το βγάλει έξω από τη γραμμή το κερδίζει και δοκιμάζει ξανά σημαδεύοντας κάποιο άλλο καρύδι. Αν αστοχήσει, συνεχίζει ο επόμενος παίκτης. Το παιχνίδι συνεχίζεται μέχρι να βγουν από τη γραμμή όλα τα καρύδια.
«Tο αναμμένο πουρνάρι»
Μια ωραία συνήθεια που βασίζεται σε μια παλιά παράδοση. Όταν γεννήθηκε ο Χριστός και πήγαν, λέει, οι βοσκοί να προσκυνήσουν, ήταν νύχτα σκοτεινή. Βρήκαν κάπου ένα ξερό πουρνάρι κι έκοψαν τα κλαδιά του. Πήρε ο καθένας από ένα κλαδί στο χέρι, του έβαλε φωτιά και γέμισε το σκοτεινό βουνό χαρούμενες φωτιές και τριξίματα και κρότους. Από τότε, λοιπόν, έχουν τη συνήθεια στα χωριά της Άρτας, όποιος πάει στο σπίτι του γείτονα, για να πει τα χρόνια πολλά, καθώς και όλα τα παιδιά τα παντρεμένα, που θα πάνε στο πατρικό τους, για να φιλήσουν το χέρι του πατέρα και της μάνας τους, να κρατούν ένα κλαρί πουρνάρι, ή ό,τι άλλο δεντρικό που καίει τρίζοντας. Στο δρόμο το ανάβουν και το πηγαίνουν έτσι αναμμένο στο πατρικό τους σπίτι και γεμίζουν χαρούμενες φωτιές και κρότους τα σκοτεινά δρομάκια του χωριού.
Ακόμη και στα Γιάννενα το ίδιο κάνουν. Μόνο που εκεί δεν κρατούν ολόκληρο το κλαρί το πουρνάρι αναμμένο στο χέρι τους – είναι μεγάλη πολιτεία τα Γιάννενα – αλλά κρατούν στη χούφτα τους μια χεριά δαφνόφυλλα και πουρναρόφυλλα, που τα πετούν στο τζάκι, μόλις μπούνε και καλημερίζουν. Κι όταν τα φύλλα τα ξερά πιάσουν φωτιά κι αρχίσουν να τρίζουν και να πετάνε σπίθες, εύχονται: «Αρνιά, κατσίκια, νύφες και γαμπρούς!» Αυτή είναι η καλύτερη ευχή για κάθε νοικοκύρη. Να προκόβουν τα κοπάδια του, να πληθαίνει η φαμελιά του, να μεγαλώνουν τα κορίτσια και τα παλικάρια του, να του φέρνουν στο σπίτι νύφες και γαμπρούς, να του δώσουν εγγόνια που δε θ’ αφήσουν τ’ όνομα το πατρικό να σβήσει.
Έθιμα από την Πελοπόννησο:
«Tο σπάσιμο του ροδιού»
Το πρωί της Πρωτοχρονιάς, η οικογένεια πηγαίνει στην εκκλησία και ο νοικοκύρης κρατάει στην τσέπη του ένα ρόδι, για να το λειτουργήσει. Γυρνώντας σπίτι, πρέπει να χτυπήσει το κουδούνι της εξώπορτας -δεν κάνει να ανοίξει ο ίδιος με το κλειδί του- και έτσι να είναι ο πρώτος που θα μπει στο σπίτι για να κάνει το καλό ποδαρικό, με το ρόδι στο χέρι.
Μπαίνοντας μέσα, με το δεξί, σπάει το ρόδι πίσω από την εξώπορτα, το ρίχνει δηλαδή κάτω με δύναμη για να σπάσει και να πεταχτούν οι ρώγες του παντού και ταυτόχρονα λέει: "με υγεία, ευτυχία και χαρά το νέο έτος κι όσες ρώγες έχει το ρόδι, τόσες λίρες να έχει η τσέπη μας όλη τη χρονιά". Τα παιδιά μαζεμένα γύρω-γύρω κοιτάζουν οι ρώγες αν είναι τραγανές και κατακόκκινες. Όσο γερές κι όμορφες είναι οι ρώγες, τόσο χαρούμενες κι ευλογημένες θα είναι οι μέρες που φέρνει μαζί του ο νέος χρόνος.
Έθιμα από την Κρήτη:
«Το Χριστόψωμο»
Το ζύμωμα του χριστόψωμου θεωρείται έργο θείο και είναι έθιμο καθαρά Χριστιανικό. Οι γυναίκες φτιάχνουν τη ζύμη με ιδιαίτερη ευλάβεια και υπομονή. Το ζύμωμα είναι μια ιεροτελεστία. Χρησιμοποιούν ακριβά υλικά, όπως ψιλοκοσκινισμένο αλεύρι, ροδόνερο, μέλι, σουσάμι, κανέλα και γαρίφαλα, και κατά τη διάρκεια του ζυμώματος λένε: "Ο Χριστός γεννιέται, το φως ανεβαίνει, το προζύμι για να γένει." Πλάθουν το ζυμάρι και παίρνουν τη μισή ζύμη και φτιάχνουν μια κουλούρα. Με την υπόλοιπη φτιάχνουν σταυρό με λουρίδες απ’ τη ζύμη. Στο κέντρο βάζουν ένα άσπαστο καρύδι ή ένα αυγό, συμβολίζοντας τη γονιμότητα. Στην υπόλοιπη επιφάνεια σχεδιάζουν σχήματα με το μαχαίρι ή με το πιρούνι, όπως λουλούδια, φύλλα, καρπούς, πουλάκια. Σε πολλά μέρη τα χριστόψωμα, τα έφτιαχναν κεντημένα με ωραία σχήματα που γίνονταν πάνω στο ζυμάρι με διάφορα ποτήρια, μικρά ή μεγάλα ή κούπες από βελανίδια που συμβόλιζαν την αφθονία που ήθελαν να έχουν στην παραγωγή των ζώων και της σοδειάς του σπιτιού τους.
Για το χριστουγεννιάτικο τραπέζι, το Χριστόψωμο είναι ευλογημένο ψωμί, αφού αυτό θα στηρίξει τη ζωή του νοικοκύρη και της οικογένειάς του. Το κόβουν ανήμερα τα Χριστούγεννα, δίνοντας πολλές ευχές. Απαραίτητος επάνω, χαραγμένος ο σταυρός. Την ημέρα του Χριστού, ο νοικοκύρης παίρνει το χριστόψωμο, το σταυρώνει, το κόβει και το μοιράζει σ’ όλη την οικογένειά του και σε όσους παρευρίσκονται στο χριστουγεννιάτικο τραπέζι. Μερικοί, εδώ βλέπουν ένα συμβολισμό της Θείας κοινωνίας, όπως ο Χριστός έδωσε τον άρτον της ζωής σε όλη την ανθρώπινη οικογένειά του.
Από τις προετοιμασίες της παραμονής των Χριστουγέννων πιο χαρακτηριστική είναι εκείνη που αναφέρεται στο ζύμωμα του χριστόψωμου. Κατά τόπους φτιάχνεται σε διάφορες μορφές και έχει διαφορετικές ονομασίες όπως: "το ψωμί του Χριστού", "Σταυροί", "βλάχες" κ.ά."
«Η κοτόσουπα»
Κύριο πιάτο την ήμερα των Χριστουγέννων είναι η γαλοπούλα. Την πρωτοχρονιά η συνήθεια ήταν να φτιάχνουν κότα ή "κούρκο" (γαλοπούλα) γεμιστό με κάστανα, καρύδια, σταφίδες, κιμά, κρεμμύδι πιπέρι και μαϊντανό, όλα καβουρδισμένα. Το έθιμο της γαλοπούλας έφτασε στην Ευρώπη από το Μεξικό το 1824 μ.Χ. Ένα άλλο συνηθισμένο πιάτο είναι το ψητό χοιρινό κρέας (το ψήσιμο γινόταν στη χόβολη του τζακιού). Υπήρχε όμως και η εποχή που τη μέρα αυτή έτρωγαν χοιρινό με πρασοσέλινο ή όποιο άλλο κρέας με πιλάφι.
Ωστόσο, σε αρκετές περιοχές της χώρας μας διατηρείται το έθιμο της κοτόσουπας, ιδιαίτερα στη Θεσσαλία και στην Κρήτη. Παλαιότερα η κοτόσουπα αποτελούσε το κυρίως πιάτο που έτρωγαν οι Έλληνες όταν επέστρεφαν από την εκκλησία.
Έθιμα από την Κεφαλλονιά:
«Οι κολόνιες»
Στην Κεφαλλονιά, αλλά και στα άλλα νησιά των Επτανήσων, το βράδυ της παραμονής της Πρωτοχρονιάς, οι κάτοικοι γεμάτοι χαρά για τον ερχομό του νέου χρόνου, κατεβαίνουν στους δρόμους κρατώντας μπουκάλια με κολόνιες και ραίνουν ο ένας τον άλλον τραγουδώντας: "Ήρθαμε με ρόδα και με ανθούς να σας ειπούμε χρόνους πολλούς". Η τελευταία ευχή του χρόνου που ανταλλάσσουν είναι: "Καλή Αποκοπή", δηλαδή με το καλό να αποχωριστούμε τον παλιό χρόνο. Το πρωί της Πρωτοχρονιάς η μπάντα του δήμου περνάει από όλα τα σπίτια και τραγουδάει καντάδες και κάλαντα.