Δευτέρα, 6 Ιουνίου 2016

ΘΕΡΟΣ - ΘΕΡΙΣΜΟΣ



ΛΑΟΓΡΑΦΙΑ 

   Στην προσπάθειά  μας , αγαπημένοι  μας  φίλοι ,  να  σας  δώσουμε όσο πιο  ..πληρέστερη  μπορούμε , εικόνα του  παραδοσιακού  θέρου – θερισμού , δημοσιεύουμε σχετικά  κείμενα , απ’ το  βιβλίο : “ Γεωργικά  της  Ρούμελης “ , του  μεγάλου Δωριέα ( απ’ την  Αρτοτίνα ) λαογράφου Δημήτρη Λουκόπουλου .



“ Ήμος δε  σκολυμός τ’ ανθεί και  ηχέται  τέττιξ . Δενδρέω εφεζόμενος λιγυρήν κοταχεύετ’ αοιδήν πυκνόν  υπό  πτερύγων , θέρεος καματώδιος ώραη .”
          (  Ησιόδου Έργα και  ημέραι  582 – 583 )
Η επιτυχία  του  σταριού .
   Απ’ τον  καιρό  του  Ησιόδου δεν  άλλαξαν διόλου τα  πράγματα  του  θερισμού , κι’ οι  παραπάνω  στίχοι του , είναι σαν  να ‘γιναν σήμερα κι’ όχι  πολλούς  αιώνες  πΧ.
   ‘Οταν  δηλαδή τσούξει  η  ζέστα , και κάμει  αρχή  ο τζίτζικας να  χύνει μέσα απ’ τις πυκνές  φυλλωσιές των  δέντρων  το  τσιριχτό  τραγούδι  του , να τος , έφτασε  ο Θέρος…
   “ ..Επάρατε τους  οφθαλμούς  ημών  και  θεάσασθε τας  χώρας , ότι λευκαί εισι προς  θερισμόν ήδη , και  ο θερίζων μισθόν  λαμβάνει …” ( Ιωαν. δ’ 35 ) .
…γράφει συμβολικά για το  θέρο ο Ιωάννης  στο  Ευαγγέλιό  του .
   Οι  Ρουμελιώτες λένε  το  παρακάτω  χαρακτηριστικό  τετράστιχο , σε  ποίηση  διδακτική : 
            “ Όπου σπέρνει ο  πατέρας μ’ και  κλαίει , 
               θερίζειη  μάνα μ’ και  γελάει . 
               Κι’ όπ’ σπέρν’ ο  πατέρας  μ’ και  γελάει ,   
               θερίζει  η  μάνα μ’ και  κλαίει . “
   Εξήγηση : 
   Στή Ρούμελη σπανιότατα να  ιδείς γυναίκα να  πιάσει  αλέτρι και  να  κάνει  χωράφι . Το  κάμωμα και  το  σπάρσιμο είναι  αντρίκειες δουλειές , και  σχεδόν μόνο  άντρες  τις  κάνουν . Ιδίως  όταν  το  χωράφι είναι  παχύ και  πλούσιο σε  χώμα , μόνο  τα  αντρίκια  χέρια είναι  εκείνα που  μπορεί  να το  δαμάσουν , και  μάλιστα με  κόπο και  με  κλάμα που  φέρνει η  επίμονη  προσπάθεια .  Έτσι άλλωστε  υπάρχει και  η  ελπίδα να  είναι  πλούσια η  απόδοση που  ζητάει ο γεωργός .
   Εξάλλου , όπως είναι  σπάνιο να  ιδείς γυναίκα να  οδηγάει βόδια ζεμένα στο  ζυγό , το  ίδιο σπάνιο είναι να  ιδείς κι’ άντρα  στη  Ρούμελη , να σκύβει και  να  θερίζει τα  στάχυα  του  σιταριού . Το   θέρισμα είναι  γυναίκεια δουλειά , σε  γυναίκας  χέρι  πρέπει το αλαφρό  δρεπάνι , όπως το εναντίο , σ’ αντρικά  χέρια αρμόζει  η ..αλετρονουρά .
   Κατά  το παραπάνω τετράστιχο , όσο  πιο παχύ  και  βαρύ είναι  σε  χώματα το  χωράφι κι’ επομένως πιο  πολύς ο κόπος του  άντρα , τόσο πιο  μεγάλη κι’ η  απόδοση  του  σιταριού . Θερίζει  η  μάνα μ’ και  γελάει . Θερίζει η  γυναίκα με  χαρά , γιατί  τα  στάχυα είναι  βαριά και  πλούσιο  “ αμητό “ προμηνύουν .
   Εξεναντίας , αν  το  χωράφι είναι  φτωχό , και  τ’ όργωμα για  τον  άντρα  είναι  παιχνίδι .  Γελώντας οδηγεί  τα  βόδια , καμιά  κούραση δεν  αισθάνεται απ’ το  κάμωμα σε  τόσο αδύνατα  και  φτωχά  χώματα .
   Λύπη  όμως  και  κλάμα πιάνει  τη  γυναίκα τον  καιρό  στο θέρισμα .Τι  θερίζει και  να μην  κλάψει ; Κάτι  στάχυα  σα μυγόσταχα , δίχως  βάρος δίχως ελπίδα πως  θα  βάλει στο  κοφίνι το  ψωμί που  χρειάζεται σπίτι για  να βγάλει  πέρα η  οικογένεια έναν  ολάκερο  χρόνο .
   Αυτά εννοεί το  παραπάνω  τετράστιχο , που  εικονικά τα  λέει  τάχα  το  χωράφι και  σαν  παροιμία το  λένε  οι  γεωργοί , θέλοντας να  δείξουν  δογματικά ποιά  είναι  η  θέση του  άντρα και ποιά  της  γυναίκας μέσα στην  καλλιέργεια ενός χωραφιού .
   Τι  χαρά  σε  πιάνει , όταν  σταθείς στην  άκρη στο  καλοπεριποιημένο σιταροσπαρμένο χωράφι σε  ώρα  θερισμού ! Τα στάχυα όλα  ισόμετρα κι’ απ΄το  βάρος  του  καρπού σαν  κεφάλια προσκυνημένα σκυμμένα προς  τα  κάτω , περιμένουν  το  δρεπάνι να  τα  πάρει .
   - Σίτα να  ρίξεις ! λένε  οι  γεωργοί , περνάει απ’ άκρη σ’ άκρη της  θάλασσας  αυτής  των  σταχυών . Όπου  σίτα  είναι η  αλλού  λεγόμενη  κρισάρα , το με  πανένιο πάτο  κόσκινο  δηλαδή .
   Με  τα  παραπάνω  λόγια , ή κι’ αν  ειπούν : είναι  κόφτρα το  σιτάρι , φανερώνουν την  απόλυτη επιτυχία στην  καρποφορία  του . Κόφτρα είναι  δηλαδή σαν  να  το έκοψες πέρα  για  πέρα ίσια μ’ ένα  πριόνι , κι’ όχι το  ένα  στάχυ ψηλότερο και τ’άλλο  χαμηλότερο , που θα  ‘ήταν  ένδειξη πως  το  σιτάρι δεν  είναι  πετυχημένο .





          Το  βρέσιμο  του δρεπανιού 
   Το  θέρισμα στη  Ρούμελη γίνεται  μόνο  με  το  δρεπάνι , το  γνωστό καμπυλωτό οδοντωτό κοφτερό  εργαλείο . Ήταν εποχή όπου το  σιτάρι το  μάζευαν οι  άνθρωποι με  τα  χέρια , όπως κι ακόμα  τώρα  κάνουν , όταν  τα  στάχυα είναι  πολύ χαμηλά . Την  εποχή  αυτή την  ακολούθησε άλλη  εποχή που  έκοβαν με  μαχαίρι τα στάχυα , και  βέβαια πρέπει να  πέρασαν  πολλά  χρόνια , για να  μη πω  αιώνες , ώσπου να  βρεθεί  το  δρεπάνι που  ευκόλυνε πιο  πολύ  το  θέρισμα .
   Ακούεται  μια  παράδοση που  λέει την ιστορία  του  δρεπανιού .
   “ Ήταν  , λέει , μια  φορά  κι’ ένα  καιρό κάποιος  πατέρας , κι’ αυτός  ο  πατέρας άλλη  περιουσία δεν  είχε εξόν από  ένα  δρεπάνι κι ένα  γατάκι , Είχε και  δυο  παιδιά . Στο  ένα  παιδί  του  άφησε  κληρονομιά το  δρεπάνι και  στο  άλλο  το  γατάκι .
   Μακρινή  εποχή  τότε που  οι  άνθρωποι δεν  ήξεραν  ακόμα να θερίζουν  τα  σπαρτά , παρά τα έκοβαν  με  το  ψαλίδι , και  να  πως : Ένας προχωρούσε στ’ αθέριγο σιτάρι και ψαλίδιζε τα  στάχυα , απαράλλαχτα όπως  ο  κουρέας ψαλιδίζει τα  μαλλιά του  κεφαλιού . Λεύτερος ακολουθούσε πίσω του και μάζευε  τα  πεσμένα . Το  κόψιμο του  σιταριού είχε άργητα και  γινόταν με  κόπο πολύν και  δυσκολία .
   Ας  αφήσουμε  τι  γινόταν  τότε κι ας  έρθουμε και  πάλι  στα  παιδιά .
   Ήταν  εποχή  θερισμού , το  παιδί που κληρονόμησε το  δρεπάνι , σηκώνεται μια  μέρα και  πάει  σ’ ένα  χωράφι γι  να  ιδεί πως  κόβουν  τα  στάχυα .
   Είδε , τι  να  ιδεί  ! έκοβαν  τα  στάχυα  με  το  ψαλίδι .
   - Δε  μου  λέτε , πως νοματίζεται η  δουλειά  που  κάνετε ; ρώτησε .
   - Θέρος , του  είπαν . 
   - Μή  λετε  θέρος , είπε  το  παιδί , αυτό  που  εσείς  κάνετε είναι  κόφτρας , να  ποιός  είναι  ο  θέρος  ! 
   Και  βγαίνει το  παιδί το  δρεπάνι , χερώνει μια  δραξιά  στάχυα και  φραπ , τα  κόβει  μονομιάς . Κόβει κι’ άλλη  αδραξιά , κι’ άλλη ..και τις απιθώνει τη  μια  πάνω  στην  άλλη καταγής , βάνει έπειτα  το δρεπάνι στον  ώμο , παίρνει και με τα  δυο  χέρια του όσες  αδραξιές είχε  αφήσει κάτω και  τις έδεσε , έφτιασε  ένα  χερόβολο . 
   Έτσι  δρεπάνισε κι’ άλλα  στάχυα , έφτασε κι’ άλλες  χεριές , έδεσε κι’ άλλα  χερόβολα . Μάζεψε καμιά  δεκαρία  χερόβολα , τα δεσε όλα  μαζί και έφτιασε δεμάτι .
   - Να ο  θέρος τους  λέει .
   Για  πρώτη  φορά τότε έβλεπαν οι  άνθρωποι πόσο γρήγορα και με  πόση ευκολία μπορείς να  θερίζεις  με το  δρεπάνι .
   - Δε μας  το  δίνεις ; σου  πλερώνουμε όσα..όσα γι’ αυτό  το  δρεπάνι , είπαν .
   Κείνο  που  δεν  ήθελε  το  παιδί  ! Μοσκοπούλησε το  δρεπάνι , πήρε χρήματα και  ζούσε  σαν  άρχοντας .
  Αλά  και το εύρεμα του  δρεπανιού ευκόλυνε τον κόσμο να  κάνει το  θέρο του  με  όλη  την  ανέσια .





Στου  θέρου  τις παραμονές .
Στα δοσμένα σεμπρικά χωράφια , υποχρεωμένος να  κάνει  το  θέρο είναι ο   σ έ μ π ρ ο ς  , ο  αφεντικός του  χωραφιού μόνο από  καλή θέληση μπορεί να  δώσει χέρι  βοηθέιας , ειδάλλως υποχρέωση καμιά  δεν  έχει .
   Στα  τριτάρικα το  ίδιο , υποχρεωμένος να  θερίσει είναι  εκείνος που  τα πήρε με  τη  συμφωνία να  δώσει το τρίτο.
   Τα παρασπόρια τα  θερίζει ο  αφεντικός  τους . 
   Αρχή στο  θέρο κάνουν στα  καμποχώρια , γιατί και  πρωτύτερα πιάνει ξη  ζέστη του  καλοκαιριού  εκεί . Τέλος  του  Μάη ή  αρχή  του  Ιουνίου , που  τον  λένε θεριστή , μπαίνουν ( αρχίζουν ).
   Στα  βουνίσια χωριά ο  θέρος  γίνεται ανάλογα με  το  ύψος των  χωραφιών και  του  τόπου . Στα χαμηλώματα μπαίνουν τέλος  του θεριστιού , όσο απάνου είναι  τα  χωράφια , τόσο  μένουν  παραπίσω . Έτσι  καταντάει τα  ψηλώματα να  θερίζονται  τέλος του  Αλωναριού ( Ιουλίου ) . Στα πολύ ψηλά  μάλιστα ο θερισμός  γίνεται το Δεκαπεντάυγουστο . Σα να  πούμε στα ριζώματα του  Βελουχιού , των  Βαρδουσιών και  του  Παρνασσού , μόλις  της  Παναγίας ( 15 Αυγούστου ) ασπρίζουν τα  σπαρτά , τότε  αρχίζει  ο  θέρος .
   Οι παραμονές  του θερισμού βάζουν σε  κίνηση τους  γεωργούς .
   - ΄Πότε  θα  μπούμε ; 
   - Είναι  για  να μπούμε !
   - Μπήκαμε  !!
   Να , το  μεγάλο πρόβλημα που  όλο  το  χωριό  απασχολεί . Και  δος του ετοιμασία και  κόντρα  ετοιμασία .
   Ο ένας εδώ  ξεκρεμάει σκουριασμένα  δρεπάνια από  κει  που  τα  είχε κρεμασμένα και  τα  τροχάει με  τη  λίμα  του για  να κάμει  τα  δόντια  τους κοφτερά . Ο άλλος παραγγέλνει στο  γύφτο καινούργια  δρεπάνια , τρίτος  τ’ αγοράζει από  μαγαζί , γιατί και  τα  δρεπάνια τα  εμπορεύονται των  χωριών  οι  μικρέμποροι .
   Ο θέρος δεν  είναι  γενικός  όπως ο τρύγος . Γίνηκε το  δικό  σου  σπαρτό , κώλυμα δεν  υπάρχει , πας  και  θερίζεις , εγώ που  το  σπαρτό μου είναι  ακόμα μελίχλωρο , μένω δυο..τρεις  μέρες  παραπίσω .





Ο  θέρος .
   Από σύνταχα ( λίαν  πρωί ) ακόμα , το  σπίτι όλο  είναι  αναστατωμένο .  Ο γεωργός  συναρίζει ( ετοιμάζει ) τα  δρεπάνια , ετοιμάζει το  ζω , το  σαμαρώνει , βάνει τη  σαμαροτριχιά στο  σαμάρι , του  ρίχνει  τροφή να  φάει . Η γυναίκα  του βάνει  το  ψωμί στα  σακούλια , παίρνει κρεμμύδια , ελιές  απ’ τον  τάλαρο , παίρνει  τη  βαρέλα για  το  νερό , το  τσουκάλι για  να  πίνουν , το  τάσι κι’ ό,τι  άλλο .
   Κοντά  των Αγιαποστόλων τότε , κι ακόμα δεν  πάσχασε  ο  κόσμος  στο  χωριό . Κόβει και  μια  αγουρίδα απ’ την  κληματαριά να  την  έχουν  για  “ ταλατύρι “, κρύβει  και  λίγο  αλάτι σ’ ένα  πανάκι .
   ( Στύβουν την  αγουρίδα σε  σαγάνι μέσα , ρίχνουν  και  λίγο  αλάτι και  βουτούν τις  χαψιές  το  ψωμί και  τις  τρώνε . Αυτό  είναι  το  “ ταλατύρι “. Σαν ξινό , είναι πολύ δροσιστικό το  καλοκαίρι και  τρώγεται  με  πολλή  όρεξη . )
   Όλα  τα  φορτώνει στο  ζω ο  γεωργός , σακούλια κρέμονται μπρός – πίσω , στο  σαμάρι  του  ζώου , και  τα  δρεπάνια είναι  μπημένα  στο  μπροστάρι  του . Πανωσάμαρα , δένει  το μικρό  παιδί τους , πίσω  ακολουθούν τα πιο  μεγάλα  παιδιά κι’ η  γυναίκα του , φορτωμένη κανένα  σακούλι και  το  δρεπάνι  της .
   Να  το  ξεκίνημα .
   Πριν  ακόμα  ο  ήλιος ξεμυτίσει στων  γύρω  βουνών τις  κορφές , η  οικογένεια βρίσκεται στο  χωράφι , γιατί έχουν  σε  νου  την  παροιμία : Όσο βοηθάει η  νύχτα  κι’ η  αυγή , ούτε  πατέρας  , ούτε  αδερφή .
   Κι αρπάζουν τα  δρεπάνια : πρώτα  η  γυναίκα  του  γεωργού , την  ακολουθούν τα  κορίτσια  της κι’ αυτά με  δρεπάνι  στο  χέρι .
   - Ώρα  καλή κι ευλογημένη  μας  !! εύχονται  όλοι  μαζί και…μπαίνουν ..
    - Καλά μπερεκέτια ! ακούς  το  γεωργό .
   Και  φραπ – φριπ τα  δρεπάνια .
   Ανοίγουν  ένα  δρόμο ίσια  πέρα στο  σπαρτό  μέσα . Παίρνουν  κι’ αντίθετα , ανοίγουν κι’ άλλον  ένα δρόμο και  γίνεται  σταυρός για  την  καλή  αρχή .
   Με τι  χαρά γίνεται  ο  θέρος  το  πρωί  με  τη  δροσιά !
   Αδράχνει η θερίστρα όσα  πιάνει  η ζερβιά  της  χούφτα στάχυα , και  φραπ  με  το  δρεπάνι που  κρατεί  στο  δεξί  χέρι , τα  κόβει . Η πρώτη  χεριά αυτή , την  αφήνει κάτω . Πιάνει  ‘άλλα  τόσα , ίσως  και  περισσότερα στάχυα , τα  κόβει κι’ αυτά .
   Η δεήυτερη  χεριά  τούτη , τη  βάζει πάνω στην  πρώτη  . Όταν οι  χεριές  γίνουν  πέντε – έξι , βάζει το δρεπάνι  στον  ώμο , για  να ‘χει λεύτερα  τα  χέρια της , χουφτώνει και  με  τα  δυο  της τ’ απιθωμένα κάτω  στάχυα , ξεσέρνει τέσσερα  πέντε , τα πιο μακριά καλαμόσταχα , τ’ ακουμπάει  στο  γόνα , ακουμπάει και τα  στάχυα και  τα  περιδένει .
   Έφτιασε το  πρώτο  “ χερόβολο “ , τ’ αφήνει  κάτω .
   Με  καλά  τα  χερόβολα γίνονται και  καλά  τα  δεμάτια , κι’ απ’ αυτού προέρχεται η  παροιμία : Κι’ εγώ κακά  χερόβολα κι’ εσύ  κακά δεμάτια , που  τη  λέμε για  να  δείξουμε πόσο  έχει να  κάμει η  δουλειά του  άλλου , όταν  αναδεχόμαστε για να  τη  φέρουμε  σε  πέρας .
   Όταν  το  σιτάρι είναι  πυκνό και  μεστωμένο , τα  χερόβολα γίνονται κάθε  λίγο  και  λιγάκι , και τότε η  θερίστρα  λέει :
   - Τα φτιάχνω  στον  τόπο τα  χερόβολα  !
   Όταν όμως  είναι  αριά τα  στάχυα , πρέπει να θερίσει πολύ  διάστημα για  να  φτάσει ένα  χερόβολο , και  τότε  λέει η  θερίστρα : 
   - Στην  αριά και  την  καρυά τόχει το  σιτάρι  το  χωράφι  !
   Ενώ  οι θερίστρες  θερίζουν , όλο  θερίζουν , και  τα  χερόβολα όσο  πάνε και  γίνονται  πιο  πολλά στη  θερισμένη  έκταση  του  χωραφιού , ο  γεωργός έκοψε κάμποσα  καλαμόσταχα βρίζας που  την  είχαν  σπαρμένη στην  άκρη στο  χωράφι και τα  φέρνει στο  πιο  κοντινό νερό που  βγαίνει από  την  πηγή ή και  τρέχει στο  ρεματάκι . Φτιάνει  γούρνα , τα  βάζει , πιάνει δεκαριά με  το  δεξί κι’ άλλα  τόσα με  το  ζερβί και  τα  κομποθιάζει εκεί που  έχουν τα  στάχυα , έφτιασε  το  πρώτο  δεματικό .
   Φτιάνει  κι’ άλλο ..κι’ άλλο , πολλά , τα  παίρνει  και  τα  φέρνει  στο  χωράφι .
   Ο ήλιος πήγε  γιόμα τώρα , έτσουξε  η  λαύρα . Ο ιδρώτας σα  βροχή τρέχει απ’ τα  μέτωπα των  θεριστάδων , αλλ’ όσο τρέχει , τόσο και  με  πιο  πολύ  ζήλο θερίζουν .
         Το   ξεμεσημέριασμα 
   Ωστόσο , το  λιοπύρι είναι  ανυπόφορο τέτοια  ώρα , παραλύει τα  χέρια , παραλύει  και  τη  δουλειά . Ήρθε το  γιόμα κι είναι  καιρός για  το  φαγί  πια .
   Πετούν  οι θεριστάδες  τα  δρεπάνια στη  γη  κάτω και  πάνε και  πιάνουν τον  ίσκιο  τους , δέντρου  ίσκιο ή  ελατιού  που  βρίσκεται στην  άκρη  του  χωραφιού . Ή  πάνε ίσως  και  πιο  πέρα , όπου  η  βρυσούλα χύνει το  κρύο  νερό  της και  μουρμουρίζει κάτω  απ’ το  βαθύσκιωτο  πλατάνι .
   Εκεί  ξαπλώνουν . Τρώνε τα  φτωχικά  τους  φαγητά με όρεξη που  θα  τη  ζήλευε κι’ ο  πιο  πλούσιος του  κόσμου  τούτου , με  γέλια , χαρές χωρατά , κάποτε  και  τραγούδια .
   Τρώνε  και  “ γέρνουν “ ( πλαγιάζουν ). Τι  γλυκός ο  ύπνος  ! Ποιά  όνειρα  φτερουγίζουν στο  στενό  ορίζοντα που  πετάει των  γεωργών  η  φαντασία  ! Εξάπαντος γλυκά  όνειρα , το  μαρτυράει το  μακάριο  ρουχνητό του  γεωργού και  της  γυναίκας  του .
   Κάποια  ώρα  πετιέται  ο  γεωργός ..
   - Σήκω   γυναίκα , λέει , έγειραν  τ΄απόσκια .
   Κι’ αλήθεια , ο ήλιος  τσάκισε κατά  τη  δύση  του .
    - Να βρέξω τα  μάτια  μου , λέει  η  γυναίκα .
   Παίρνει με  τις χούφτες νερό απ’ τη βρύση και  νίβεται  γρήγορα – γρήγορα , ξυπνάει  και  τα κορίτσια  της , αρπάχνουν τα  δρεπάνια και  πάλι  θέρο .
   Όταν  πάρουν  τ ‘ απόσκια και  πέσει η  δροσιά και πάλι , βάζουν όλα  τους  τα  δυνατά οι  θερίστρες για  να  “ μπιτίσουν .
   Ο γεωργός  τώρα πια είναι  στα  νερά  του . Δένει  τα  δεμάτια .
            Δέσιμο  δεματιών 
   Ξαπλώνει κάτω ένα  δεματικό , παίρνει δυο  χερόβολα και  λημεριάζει : τα  βάνει  σταυρωτά , μέσα  τα  στάχυα , όξω  την  καλαμιά , ή  το ένα  με τα  στάχυα  μέσα και τ’ άλλο με τα  στάχυα όξω . Σωρώνει  κάτω  δέκα , είκοσι , τριάντα  χερόβολα , αναλόγως  τα  χερόβολα , πιάνει  το  δεματικό απ’ τις  άκρες  του , γονατίζει πάνω  τους  και  τα  ζουλάει να  συμμαζευτούν . Σφίγγει όσο μπορεί τις  άκρες  του και  στο  ύστερο κομποθιάζει το  δεματικό , και τον  κόμπο το  μπήγει στα  στάχυα μέσα . Έφτιασε  το  πρώτο  δεμάτι ..
   Φτιάνει  το  δεύτερο , το  τρίτο κι’ άλλα  πολλά .
   Η  γυναίκα με  τα  κορίτσια του έφτασαν  ως  εκεί που  είχαν  να  φτάσουν θερίζοντας , ή  και  τελείωσαν , μα  τότε αφήνουν κι’ ένα  μικρό τεμάχιο αθέριγο , το  “ αποθέρι “ που  το  λένε , για  να  φάνε τα  πράματα όταν  θα  μπούνε να  βοσκήσουν  την  καλαμιά , και  τούτο  το  αφήνουν  για  το  καλό .
   Και σαν  αποθερίσουν , κουβαλούν τα  σκορπισμένα εδώ εκεί χερόβολα , τα  βάζουν το  ένα  πάνω  στο  άλλο και κάνουν τη  “ θημωνιά “ .
   Φτιάνουν  μια  θημωνιά εδώ , την  άλλη  παραπέρα και  πάντα  τη  μια  κοντά στην  άλλη για  να  μην  τις  χαλούν  τα πράματα .
   Και  σαν  απομάσουν τα  χερόβολα όλα όσα  ήταν  σκορπισμένα στο  χωράφι  μέσα , απολάνε το ζω , τις  γίδες , κι’ ό,τι άλλο  ζώο έχουν , για  να  βοσκήσουν . Επιτρέπουν να  μπει και  ο  τσοπάνης που  περιμένει με  τα πράματά του εκεί  παραπέρα πότε  και  πότε να  μπει  να  βοσκήσει την  καλαμιά , όπως το  έθιμο που  απ’ τους  παλιούς   βρέθηκε  το  θέλει .
   Και σαν  μπούνε  τα  πράματα  μέσα , ο  τσοπάνης με  τη  γκλίτσα στέκεται κοντά στις  θημωνιές κι’ αμποδίζει τα  πράματα  να  σιμώσουν και  τις  χαλάσουν , ρίχνει  πότε – πότε και  καμιά  πέτρα , να τα  διώξει παραπέρα όταν  πλησιάσουν .
   Κάποτε δεν  είναι  εύκολο το  ίδιο  βράδυ του θέρου να  δέσει  τα  δεμάτια ο  γεωργός ή  δεν  προλαβαίνει , ή τυχαίνει το  σιτάρι παραγενωμένο , κριτσιλιάζει ( είναι  εύθραυστο  και  δεν δένεται ) , τ’ αφήνει λοιπόν  άδετο ως  το  πρωί που  θα πέσει  η  δροσιά για  να  λουρώσει και να  μη  σπάζουν τα στάχυα .
   Αλλά τότε , ανάγκη είναι να  νυχτοξημερώσει στο  χωράφι ο  γεωργός με  την  οικογένειά  του . Κι’αυτό  συνήθως  γίνεται .
   Ωστόσο , η  γυναίκα  του γυρίζει , δεν  μένει  εκεί  , στο  χωριό και  στο  σπίτι  της έχει  να “ ζυμοκουλουρίσει “ ( ζυμώσει  καμιά  κουλούρα  ψωμί ) και  να  μαγειρέψει , να  φέρει  στους  άλλους  να  φάνε , όταν θα  ξημερώσει . Και δεν  γυρίζει  στο  χωριό  άδεια , φορτώνεται στην  πλάτη της  δυο  δεμάτια , προσέχοντας  στο  δρόμο να μη  τριφτούν .
   Την  άλλη  μέρα , από  νύχτα ακόμα  βρίσκεται και  πάλι  στο  χωράφι , κι’ αν είχε  μείνει  αθέριγο , αρχίζει  και  πάλι το  θέρο απ’ την “ αποθεριά “που  ήταν  αφημένη την  προηγούμενη μέρα .
   Έτσι προχωρεί  ο  θέρος ως  το  τέλος .
     Το   νυχτοθέρι 
   Ο καλύτερος θέρος γίνεται  τη  νύχτα , μάλιστα αν  τύχουν οι  φεγγαρόλουστες  νύχτες , όπου  το φεγγάρι ρίχνει  πλούσιο το  φως και  βλέπει  κανείς να  κάνει  τη  δουλειά του  σαν  να  είναι  μέρα .
   Νυχτοθέρι λοιπόν ονομάζουν τα  νυχτερινά  τούτα  θερίσματα . Η οικογένεια  όμως  του  γεωργού πρέπει να βρίσκεται στο  χωράφι αποβραδίς , τον  παίρνει  όμως  για  λίγο και  πριν  απ’ τα μεσάνυχτα  ακόμα , νατην , στο  πόδι .
   Με τι  όρεξη θερίζει  κανείς τη  νύχτα !! Βοηθάει  η  δροσιά , βοηθάει το  μυστήριο  της  νύχτας κι’ η  φεγγαρολουσιά .
   Τα νυχτοθέρια τα  προτιμάνε γιατί : Όσο  βοηθάει η  νύχτα κι η  αυγή , ούτε  μάνα  ούτε η  αδερφή .
Το κέφι  σου  δίνει φτερά  στη  δουλειά , και  να , γιατί  τη  νύχτα μονάχα  ακούς κάπου – κάπου  και  τραγούδια . Του  θέρου   τραγούδια εξεπιτούτου  δεν  έχουν , ωστόσο μπορεί κανείς να  πει το  παρακάτω, είναι  θεριάτικο .
    “  Παπαδοπούλα  θέριζε σ’ ένα  δασύ  κριθάρι 
     Έργους , έργους το  πάϊνε , έργους κοιλοπονάει.
     Η μάνα  της τη  ρώτησε , η  μάνα  της  της  λέει .
   - Τ’ έχεις κόρη μ’ και  στέκεσαι  και  δε βαρείς δρεπάνι ;
   - Εγώ , μάνα  μου , δεν μπορώ , κι δε μπορώ θερίσω .
   - Γιατί , κόρη μου δεν  μπορείς , και  δε  μου  λες  και  μένα ;
    - Μάνα  μου , σα  με  ρώτησες , θελά  στο  μολοήσω .
       Ν’εγώ , μάνα μ’ , κοιλοπονώ ν  γίνει  το  παιδί μου . “
   Αν  ο θέρος πέσει  σε  εποχή που  έχει δειπνήσει  το φεγγάρι , κι οι  νύχτες  είναι  σκοτεινές , το νυχτοθέρι  είναι  αδύνατο .
   Ωστόσο  οι  γεωργοί βρήκαν τον  τρόπο να  θερίζουν και  τις  ασέληνες  νύχτες . Ανάβουν μεγάλες  φωτιές στις  άκρες του  χωραφιού κι οι  λαμπάδες τους που  ξεπετιούνται τον ανήφορο , ρίχνουν αρκετό  φως για  να  μπορεί κανείς  να  βλέπει να  κόβει  τα  στάχυα .
   Ή ένας απ’ τους  θεριστάδες παίρνει  αναμμένο δαυλί στο  χέρι του και  το  αιωρεί πέρα – δώθε στον  αέρα έτσι που  να  ζωογονείται η  φωτιά του και  να  φωτίζει σε  κείνους  που  θερίζουν .
τους    Ωστόσο , κάποτε  η  φωτιά του  δαυλιού  θαλαπώνει ( ωχριά ) και  τότε  οι  θεριστάδες  λένε  στ’ αστεία :
   - Ράψε ράφτη  γιατί κάηκαν  τ’ άχερα ! παροιμία  που  
ξηγιέται : Βιαστείτε , γιατί η  φωτιά σε  λίγο  σβήνει και  πια  δεν  βλέπουμε  να  θερίσουμε .
   Η παροιμία  προήλθε  από  τούτη  την  αιτία :
  Παλιά  χρόνια , τότε που  έραβε ένας  ράφτης  νύχτα . Τους  ραφτάδες τους  προσκαλούσαν άλλοτε  στα  σπίτια κι  έραβαν τα  ντύματα του  σπιτιού , όσα ήταν για  να  ραφτούν . Κι’ ούτε λυχνάρια δεν  υπήρχαν ακόμα  εκείνη  την  εποχή στα  χωριά , γι αυτό έκαιαν  στη  φωτιά κεδρόξυλα , να  ξεπετιέται η  λαμπάδα τους να  φωτίζει το  .σπίτι , ή  έριχναν άχερα  που  λαμπαδιάζουν εύκολα κα  χύνουν αναλαμπές από  στιγμή  σε  στιγμή .
   Έτσι λοιπόν και  κείνος ο  ράφτης νυχτόραβε με  τα  άχερα που  πετούσαν στη  φωτιά , ωστόσο ήταν τεμπέλης και  καρφί  δεν του  καιγόταν , αν οι  αναλαμπές περνούσαν  τόσο γρήγορα και  δεν  μπορούσε να  κάμει  βήμα στη  δουλειά  του .
    - Ράψε   ράφτη , καήκαν τα  ..άχερα  !! 
Μένει  από  τότε  για  παροιμία .
   Όχι  σπάνια , ο θέρος  γίνεται δανεικός : βοηθάω εγώ  σήμερα έναν για  να  θερίσει το  χωράφι  του , βοηθάει και  κείνος  εμέναν , όταν είναι  για  να  θερίσω το  δικό  μου  χωράφι . Έτσι  ευκολύνεται  ο  θέρος στα  χωριά , να  τι  είναι δανεικός  θέρος .
   Όταν ο  γεωργός δέσει όλα  τα  δεμάτια , αρχίζει τον..κουβάλο τη μεταφορά . Φορτώνει δυο από  δω και  δυο  από  κει . στο  σαμάρι του  μουλαριού του , κάποτε και  περισσότερα , και  τα  φέρνει  στο  χωριό και  τα  θημωνιάζει στην  άκρη  στ’ αλώνι για  να  αλωνίσει , όταν  θα  είναι  η  σειρά του .
   Ξαναγυρίζει , ξαναφορτώνει , τα  φέρνει , κι έτσι σιγά – σιγά μπιτιζει και  τον..κουβάλο .
   - Σηκωθήκαμε , λέει , κι εννοεί πως  τέλειωσαν  το  θέρο .
    - Και του  χρόνου πλειότερο να  δώσει  ο Θεός  , εύχονται  όλοι  στο  γεωργό .
   - Μακάρι , λέει , απ’ το  στόμα σας και του  Θεού  τ’ αυτιά , Παναγία  μου !
   Και  τώρα  ο  θέρος  στον  κάμπο .
Ο  Θέρος  στον  κάμπο – Το σταχολόγημα 
   Όταν η  χρονιά πάει  καλά , τα  σιτάρια στους  κάμπους θησαυρίζουν . Και  τότε με  δικά του  μονάχα χέρια ο  νοικοκύρης δε  μπορεί να βγει πέρα  στο θέρο , όση  καλή  θέληση  και  σβελτάδα  κι αν  έχει . Δεν  του απομένει  λοιπόν άλλο τότε παρά  να  βάλει με  πλερωμή ξένους θεριστάδες , να  θερίσουν  τα  σπαρτά  του .
   Κι είναι η  εποχή που  βρίσκει  θεριστάδες όσους  θέλει , γιατί τον  καιρό στο  θέρο , φτωχολογιές , γυναίκες , κι άντρες  κάποτε – πότε , κατεβαίνουν επίτηδες στον  κάμπο για  να ξενοθερίσουν να  βγάλουν το..καρβέλι  τους .
   Πιάνουν λοιπόν ένα  δυο ή περισσότερους  από  δαύτους οι  γεωργοί , πέφτουν σε  συμφωνίες και  βάζουν ομπρός . Και  σαν  τελειώσουν το  θέρισμα , ένα  τόσο τα  εκατό  απ’ το  σιτάρι  που  θα  κάνει το  χωράφι , φεύγει απ’ τον  αφέντη και  μπαίνει στο  σακί  των  θεριστάδων .
   Εξόν  όμως  απ’ την  πλερωμή  τούτη , οι  θεριστάδες  παίρνουν και  τη φάκνα  τους , όσο θερίζουν , πρωί  βράδυ , τους  φέρνει  ο αφεντικός το  φαγάκι τους  και  το  ανάλογο  κρασάκι .
   Στο  Ξηρόμερο και  Βάλτο , όπως  και  στου  Μεσολογγιού  τα  μέρη , θεριστάδες έρχονται  απ’ τη  Λευκάδα . Είναι  ξακουστοί  θεριστάδες στα  μέρη τούτα οι  Λευκαδίτες  και  δουλεύουν μόνο  με  το  μεροκάματο. Ο κάθε  θεριστής εδώ  είναι  υποχρεωμένος να  έχει  δικό  του  δρεπάνι , ενώ στ’ άλλα μέρη τους τα δίνει  ο  αφεντικός  του χωραφιού , τα  δρεπάνια .
   Ξενοθερίστρες και  ξενοθεριστάδες , μένουν και  δυο κάποτε  μήνες στον  κάμπο , για  δουλειά . Φτιάνουν από πλερωμές δέκα ..είκοσι ..κοιλά εισόδημα .. Το εξασφαλίζουν σε  κάποιο  φιλικό  σπίτι και κατεβαίνοντας έπειτα από  καιρό σε  καιρό το  κουβαλάνε με το  ράστι τους στο  χωριό .
   Είναι κι άλλες φτωχές  γυναίκες στα  βουνίσια χωριά  που  λεν :  Αντίς  να  θερίσω , δε  σταχολογάω  καλύτερα  ! Περισσότερο  σιτάρι θα  μαζέψω , και  λιγότερα νταβαντούρια  θάχω .
   Κατεβαίνουν λοιπόν  στους  κάμπους , όπου  γίνεται  θερισμός , κι’ ενώ οι  θεριστάδες πάνε  ομπρός θερίζοντας , αυτές ακολουθούν μαζεύοντας όσα στάχυα απομένουν . Και είναι  πολλά  τέτοια , είτε γιατί δεν τα  πήρε το  δρεπάνι , είτε και  μένουν  αθέριστα απ’ αναμελιά των  θεριστάδων .
   Μαζεύουν , μαζεύουν …Κάνουν σωρούς από  στάχυα . Είναι  οι   σταχολόγισσες ή σταχολογίστρες  αυτές .
   Στουμπούν τα  στάχυα τους  με ξυλένιο  ραβδί , λυχνίζουν και συμποσώνουν κάμποσο  σιτάρι , του  ιδρώτα  τους  τον  καρπό .
   Ο  καθαυτός θέρος εδώ  τελειώνει , αλλά  ο  δρόμος  του  σιταριού είναι  πολύ  μακρύς  ακόμα . 

www.lidoriki.com

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου