Τρίτη 10 Νοεμβρίου 2009

“ ΕΞ ΑΠΑΛΩΝ..ΟΝΥΧΩΝ…”

         ΓΙΑΤΙ ΤΟ ΛΕΜΕ ΕΤΣΙ ;

Η έκφραση σημαίνει από την παιδική ηλικία,

όταν τα νύχια είναι ακόμα απαλά, τα νύχια δηλαδή των παιδιών.

Εξ απαλών ονύχων, λοιπόν, σημαίνει από την ηλικία  που τα νύχια ήταν τρυφερά,

από τότε που ήταν κάποιος μικρό παιδί, από τη νηπιακή του ηλικία.

Αρα όταν λέμε γνωρίζω κάποιον εξ απαλών ονύχων,εννοούμε απο την παιδική ηλικία.

Η έκφραση δεν πρέπει να συγχέεται με την έννοια του ασχολούμαι με κάτι επιφανειακά

ή προσεγγίζω κάτι αθόρυβα, ακροθιγώς .
Η φράση, έθιξε το θέμα  εξ απαλών ονύχων είναι λανθασμένη


      ΓΙΑΤΙ ΤΟ ΛΕΜΕ ΕΤΣΙ ;

 

   “ ΦΑΤΕ  ΜΑΤΙΑ..ΨΑΡΙΑ …”


Την εποχή που κυβερνούσε τα Γιάννινα ο Αλή Πασάς τα Γιάννενα, είχε μπει φόρος ένα γρόσι στην κάθε οκά στα ψάρια και στα χέλια, που θα ψαρευόταν μέσα από τη λίμνη.
Εκείνος που δε θα πλήρωνε, θα έχανε τα ψάρια του, που του τα έπαιρναν οι φοροεισπράκτορες του Αλή Πασά.
Αλλά φτωχοί καθώς ήταν όλοι τους, προσπαθούσαν με κάθε τρόπο να μην πληρώσουν το φόρο, αλλά οι άνθρωποι του Αλή τους παρακολουθούσαν και τους έπαιρναν ό,τι είχαν όλη τη νύχτα τραβήξει.
Ο γερο-θυμόσοφος όμως ψαράς, βλέποντας το βίος του να καταστρέφεται και αντικρίζοντας τα ψάρια τους, που τα φόρτωναν οι στρατιώτες του Αλή Πασά, είπε: «Φάτε μάτια ψάρια και κοιλιά περίδρομο», για να μείνει από τότε και να λέγεται σε ανάλογες περιπτώσεις
.

ΠΑΡΑΔΟΣΙΑΚΑ ΕΠΑΓΓΕΛΜΑΤΑ ΠΟΥ ..ΕΣΒΥΣΑΝ ΣΤΟ ΧΡΟΝΟ : “ ΧΑΝΙΑ “ και “ ΧΑΝΙΤΖΗΔΕΣ “…

 

   Πρόσφατα , ο αγαπητός φίλος Γιάννης Χαλάτσης , απ’ τη Ναύπακτο , συγγραφέας και ερυνητής , με την..ακτινοσκοπική ματιά του , έγραψε το παρακάτω βιβλίο , που ..μοσχοβολάει..δυόσμο και..βασιλικό , απ’ τις παλιές αυλές της Ναυπακτίας και της Δωρίδας .

   Σημαντική δουλειά , που δίνει ..ανάγλυφη την εικόνα της ζωής των παραπάνω περιοχών , την παλιότερη εποχή..

Γιάννης χαλάτσης

IMG

   Εμείς , θα αναφερθούμε στα Δωρικά χάνια , έχοντας ..συγκριτικό πλεονέκτημα , αφού τα περισσότερα , αν όχι όλα , χάνια μας , τα γνωρίσαμε και τα..ζήσαμε , λίγο – πολύ…

   Τα πλησιέστερα λοιπόν χάνια , στο Λιδορίκι , την εποχή εκείνη , ήταν : Του “ Κωσταντέλου “ η..” Κωσταντελάκη “ , όπως το ήξεραν όλοι στην περιοχή μας , και του  Γεωργ. Χαραλ. Νάκου , η..Κ’τσάκ’ , δηλαδή..” Κουτσάκου “ , λόγω κάποιας , ίσως , αναπηρίας στο πόδι , του ιδιοκτήτη η ..του πατέρα του..

   Και τα δυό χάνια , βρίσκονταν  ατο  “Στενό “ , όπου η επικοινωνία των δυό πλευρών , γινότανε πάνω απ’ το παλιό θολωτό πέτρινο γεφυράκι , που ήταν και είναι γνωστό , απ’ το ..περιπετειώδες πέρασμα , της οικογένειας του Γιάννη Μακρυγιάννη , όταν ήταν μωρό ..

Γεφύρι Στενού._0008

    Στις αρχές του 20ου αιώνα , το Δεκέμβριο του 1930 , θεμελιώθηκε η καινούργια τσιμεντένια γέφυρα , που θα ένωνε συγκοινωνιακά , τη Δωρίδα με την υπόλοιπη Ελλάδα , η παρακάτω φωτογραφία είναι απ’ τη..θεμελίωση του έργου..

   Το χάνι του “ Κ’τσάκ’ “όμως ήταν πριν τη γέφυρα , στον οικισμό “ Χάνια Στενού “ , όπου ζούσαν μερικές οικογένειες , γύρω στους 60 νοματαίους , αντίθετα το χάνι “ Τ’ Κωσταντελάκη “ , κι’αυτό στο “ Στενό “ , αλλά στην άλλη πλευρά της γέφυρας , στο δρόμο προς Ναύπακτο ..όπως φαίνεται

Δεκ.30 - θεμέλια τσιμ.γέφυρας

6.7.09

ΑΧ !! ΑΥΤΑ ΤΑ…ΧΑΝΙΑ !!

Χάνια - Μόρνος -Βελούχι

Τα Χάνια , ο Μόρνος και το Βελούχι…

....Φωτιά , αγαπημένοι μου φίλοι , μου ..άναψε ο καλός μου (..πολύ-πολύ ..καινούργιος ) φίλος , ο Γιάννης ο Χαλάτσης απ' τον Έπαχτο , πως ; μα φυσικά με την περίφημη δουλειά που κάνει συγκεντρώνοντας τα...σκόρπια πιά , απ' το χρόνο , κομμάτια γιά να φκιάξει το..παζλ, των παλιών και..μισοξεχασμένων χανιών της περιοχής μας , ό,τι ωραιότερο !!!

   Θέλοντας και μη , λοιπόν , μπήκα κι'εγώ στο ..Χαλάτσειο χορό , ..ίωση βλέπεις , κι' όπου σταθώ κι' όπου βρεθώ , κι' ανταμώσω κάνα ...παλιό , κοντοπατριώτη , του βγάζω την..ψυχή , ρωτώντας και ..ξαναρωτώντας τον , τι ξέρει , τι θυμάται , ...ψυχοβγάλτης , δηλαδή ...

   Τις προάλλες , είχαμε αναφερθεί στο Χάνι του Κωνσταντέλου η Κωσταντελάκη  ( που ήταν και μακρο..μπάρμπας μου ) , στο Στενό , και γιά το..αποχωρητήριο γράμμα του Πασαγγέλη , τότε λοιπόν , αναφερθήκαμε και "..σου μ'κρούτσ΄κου ΄κουνισματάκι " , που ήταν ακουμπισμένο σε μιά εσοχή του βράχου , στο παλιό πέτρινο γεφύρι του Στενού , που έπαιζε το ..ρόλο εικοναστασιού .

   Προχθές λοιπόν , ξανασυνάντησα , στο Λιδορίκι , τον παλιό Βελουχοβιώτη , που μου'χε διηγηθεί εκείνη την ιστορία , με το ..καλημέρα , με κοίταξε..καχύποπτα , ρωτώντας με :..μη μ' πεις ν' αρχίσουμι πάλι τ'ς..ιστουρίις ....τα..σ'χουριμένα !!! Τον ..καλμάρισα ..καθησυχάζοντάς τον , κι' αφού τον έφερα στα..ίσια του , έκανα ΄την..επίθεσή μου , και γιατί άλλο ; φυσικά γιά τα..Χάνια , τ' Στινού , όπως τα 'λεγε  ο φίλος μου ..

   Άιντι...πάλ' τα..ίδια....ψευτο..δυσαρεστημένος ..αλλά και..ψευτοχαμογελώντας , αφού ως..διά μαγείας λύθηκε η..γλώσσα του , μου διηγήθηκε τα παρακάτω...αξίζει να τα διαβάσετε..

   " Στα..Χάνια του Στενού λοιπόν , στην αντίπερα ..όχθη του Μόρνου , απέναντι δηλαδή απ' το Χάνι του Κωσταντελάκη , υπήρχε κι' άλλο ένα Χάνι , του Γιώργου Χαραλ. Νάκου , τ'..Κ'τσάκ' , όπως τον παραγκώμιαζαν , Κουτσάκο δηλαδή , γιατί ο ίδιος η ίσως ο πατέρας του κούτσαινε , ο Κ'τσάκος , ήταν και ζωέμπορας , αλλά είχε και το Χάνι , κι η γυναίκα του , η κυρά Αναστασιά , η ..Κ'τσάκαινα , κουμαντάριζε εκτός απ' το νοικοκυριό του σπιτιού και το ..χάνι . Λένε μάλιστα , πως όταν έβλεπαν κόσμο να 'ρχεται προς το γεφύρι , γιά να περάσουν δώθε ,  έριχνε κι' από ένα...γουβά νερό στο βαρέλι με το κρασί για ν' αυγατίσει...

   Παραδίπλα , απ' τ'Κ'τσακ , λοιπόν το χάνι , ο Παν. Σίδερης , η...Λιαμοπαναιώτ'ς , είχε και το..καλλιτεχνικό του ..βλέπετε , είχε καφενείο μιτά...χαρτουπιξίας , π' λένι , και φυσικά όσοι..πιστοί του..τζόγου , προσέρχονταν...

   Απ' τους ταχτικούς ..προσκυνητές , ο Νίκος Σπυρόπουλος , Βελουχοβιώτης κι' αυτός ,...επιχειρηματίας μυλωνάς , είχε , απέναντι , τους διπλούς Αντριτσαίικους μύλους , ε..ήταν και κοντά ο άνθρωπος , κι' όλο στ' Λιαμουπαναιώτ' άραζε , έλα όμως που συνέχεια ..έχανε ;

   Ένα βράδυ λοιπόν , περνώντας το πέτρινο γεφύρι , κι' αφού τα..λεφτά του ήταν στον..πάτο , σταμάτησε στο προσκυνητάρι , εκεί στο βράχο , στο ..κουνισματάκ' , σταυροκοπήθηκε , στην Παναγία , κι έκανε και το...ταματάκι του : "..Παναίτσα μ' , κάνι να κιρδέψω απόψι , γιατ' είνι κι τα ..τιλιυταία μ' λιφτά , κι' έτσ' κι..κιρδίσου θα πσ' αφήσου κι σένα του ..κάτ' τις ' ς...."

   Έλα όμως που η..προσευχή τ' Σπυροπλουνίκ' δεν ..έπιασε , και πάλι , ως συνήθως , έχασε ;...Τελατίνη λοιπόν , ο κυρ-Νίκος , απ' τη χασούρα και το ξενύχτι , πήρε το δρόμο του γυρισμού , γιά το Βελούχοβο , και αναγκαστικά πέρασε απ' το..κουνουστάσι κι του..κουνισματάκ' , θυμήθηκε το τάμα του , όπως  , βέβαια , θυμόταν ότι τον..ξεπουπούλιασαν , σταμάτησε όμως στο εικόνισμα , έκανε το σταυρό του , σεμνά-σεμνά , και είπε το..παράπονό του :..." Παναίτσα μ' σι παρακάλισα να αβουηθίις, να κιρδίσου , κι σο 'ταξα κι σένα , δεν έκανες όμως τίπουτα , κι ξέμ'να πανί μι..πανί " , και κάνοντας τη..συνήθη , αλλά..ακατάλληλη , ΄..αντρική , συνήθως , χειρονομία , είπε και το..απίθανο , " τώρα ..πάρε......", συμπληρώστε εσείς το κενό.....

   Όλα αυτά , τον καιρό εκείνο , τον ..παλιό , που όλοι τον νοσταλγούμε...

   Με τα ...Χάνια , βέβαια , δεν τελειώσαμε ακόμα , έχουμε πολλά...πάρα..πολλά να πούμε , η ..μάλλον να..λέμε , έχουμε καιρό μπροστά μας , πολλές ..πάμπολλες , οι απίθανες ..ιστοριούλες , απ’ τη ζωή στα..χάνια , ήταν κι’ αυτά ένα κομμάτι της καθημερινότητας της εποχής , διαβάστε κι’ άλλη μιά όμορφη ιστορία , με τον μπάρμπα Γιώργο τον..Κ’τσάκο…όπως την είχαμε δημοσιεύσει πριν λίγο καιρό…

9.9.09

Ο..ΑΡΧΟΝΤΟ…ΖΗΤΙΆΝΟΣ !!!

ΛΙΔΟΡΙΚΙΩΤΙΚΕΣ  ΑΛΗΘΙΝΕΣ …ΙΣΤΟΡΙΕΣ..

Όλοι , η..σχεδόν όλοι αδέρφια , έχουμε διαβάσει τον περίφημο “ Ζητιάνο “ , του Καρκαβίτσα , αλλά και οι παλιότεροι , έχουμε ακούσει απ’ τους..παλιότερους πολλές και διάφορες ιστορίες , γιά τους ..περίφημους ζητιάνους απ’ τα ..Κραβαρ’τοχώρια ..

   Προσωπικά , θυμάμαι τη μάνα μου να μας λέει κάτι..περίεργες ιστορίες , γιά Κραβαρίτες ζητιάνους που έρχονταν στο χωριό μας και ζητιάνευαν , έχοντας πάντα μαζί τους και μικρά παιδιά με..περίεργες..αναπηρίες , κάτι ..γυρισμένα χέρια και ..πόδια , πε΄ριεργα ..πολύ περίεργα πραματα…

   Ήταν , πάντα , κουρελο..ντυμένοι , άπλυτοι..αξύριστοι και ..κακο..μοιριασμένοι , έμεναν τα βράδια σε κάποια αχυρώνα , κι’ ολημερίς γύρναγαν μέσα το χωριό , μαζεύοντας ότι τους έδιναν , κι’ όταν έφερναν ..βόλτα όλα τα σπίτια , φόρτωναν τη..σοδειά τους στο ζωντανό , κι’ αυτοί με τα παιδιά , ποδαρόδρομο και πήγαιναν στα άλλα χωριά κάνοντας και πάλι το..ίδιο…

   Με αφορμή λοιπόν τα..χάνια του Στενού , που θυμηθήκαμε απόψε , τον  σχωρεμένο τον…Κ’τσάκο , που είχε το χάνι εκεί , θα σας διηγηθώ μιά πολύ..περίεργη ιστοριούλα , που έχει ..άμεση σχέση , και με τον..Κ’τσάκο , αλλά και με τα..ζητιανοχώρια των..Κραβάρων , και είναι απολύτως …αυθεντική , έφτασε δε σε μας , μέσω του δισεγγονού του Κ’τσάκου , του φίλου μου του Δημ.Νάκου , που ‘χει το εμπορικό στο Λιδορίκι…

Ο.. Κ’τσάκος λοιπόν , όπως είπαμε , είχε το χάνι στο Στενό , και την κυρά Αναστασιά , που το..κουμαντάριζε , γιατί ο ίδιος ήταν και ζωέμπορας , το οποίοον σήμαινε πως τον περισσότερο καιρό ..αλώνιζε όλα τα χωριά φέρνοντας σφάγια , μέσα δε στις περιοχές..αρμοδιότητάς του , ήταν και τα..Κραβαρ’τοχώρια..

   Έβευγε λοιπόν ο γερο Κ’τσάκος , και σεργιάναγε ..μέρες , και καμιά φορά και ..βδομάδες , μέσα τα χωριά , μάζευε τα ζωντανά , κι’ όταν τέλειωνε , έπαιρνε το δρόμο του γυρισμού , ερχόταν στο χάνι , τα πούλαγε στα γύρω χωριά , αλλά και στο χάνι , κι’ άντε πάλι απ’ την αρχή..βέβαια είχε πάντα μαζί του , γιά..ασφάλεια , και ένα παραγιό..

   Σε κάποιο λοιπόν ταξείδι..εργασίας , φτάσανε σε κάποιο Κραβαρ’τοχώρι , ξενοδοχεία βέβαια , την εποχή εκείνη δεν υπήρχαν , μόνο κάτι..χάνια , που..ξεπέζευαν οι..στρατοκόποι ταξειδιώτες και πέρναγαν τη νύχτα τους , στο χωριό όμως που πήγαν , έκατσαν σε κάποιο καφενειο..ταβερνείο , να φάνε κάτι και να κανονίσουνε και γιά ..ύπνο , οπότε σε κάποια στιγμή τους πλησίασε ένα καλοντυμένος και ..καλοπεριποιημένος ντόπιος και τους χαιρέτησε ..εγκάρδιά , πολύ εγκάρδια μάλιστα , αφού φώναξε το γερο..Κ’τσάκο , με το μικρό του όνομα .. Ο μπαρμπα Γιώργος , τα ‘χασε , έδειξε σαν να μην πολυκατάλαβε , οπότε ο ντόπιος , ο..άρχοντας , γιατί έτσι έδειχνε όπως ήταν ..ντυμένος , τον πλησίασε περισσότερο και τον ρώτησε , ε..μπάρμπα Γιώργη , δε με..θυμάσαι ;

   Πάλι ο γερο Γιώργης δεν..κατάλαβε , ύστερα δεν μπορούσε να καταλάβει , γιατί δεν του θύμιζε τίποτα ο φίλος , τον κάλεσε όμως να κάτσει στο τραπέζι , φώναξε να φέρουν κι’ ένα ποτήρι , και τον ρώτησε , από που τον γνωρίζει , ο άλλος χαμογέλασε , ε..καλά βρε μπάρμπα Γιώργη , τόσες φορές έχουμε κοιμηθεί στο ..χάνι σου , μιά και..δυό..

   Ο μπάρμπα Γιώργης , εξακολουθώντας να μην καταλαβαίνει , τον ρώτησε με τη σειρά του , καλά έχεις έρθει στο Στενό , και έχεις μείνει στο χάνι μου ; Έλα βρε μπάρμπα..Γιώργη , μιά και δυό ; Πολλές φορές , και μάλιστα πολλές αφορές εσύ έλειπες σε δουλειές και μας περιποιούνταν η κυρά Αναστασιά , αλλά και μαζί έχουμε φάει κι’ έχουμε πιεί πολλές , πάρα πολλές φορές , και του ανέφερε και άλλους Στενιώτες , που τα ‘πιναν παρέα , αλλά του..εξήγησε , τότες δεν ήμουνα έτσι..ντυμένος και περιποιημένος , βλέπεις ερχόμουνα γιά..δουλειά..

   Και του εξήγησε πως ήταν ο..ζητιάνος , του ‘πε και το όνομά του , που ‘ρχόταν με το μικρό παιδάκι , και ζητιάνευε στα χωριά του Λιδορικιού , λέγοντάς του και πολλά άλλα ..χαρακτηριστικά ονόματα φίλων , που τα ‘πιναν μαζί όταν διανυχτέρευε στο χάνι…

Κι’ ο μπάρμπα Κ’τσάκος , δεν πίστευε στα μάτια του στην αρχή , αλλά μετά απ’ όλα αυτά..τον καλοθυμήθηκε ..αλλά δεν μπόρεσε ποτέ να το..χωνέψει , και το μολόγαγε σαν …παράξενο , δεν το χώραγε βλέπετε ο νους του…….

  Την ..νοσταλγική ..περιήγησή μας , στα Δωρικά χάνια , θα τη δώσουμε τμηματικά , λόγω του μεγάλου μήκους , και τελειώνοντας , θα την ενοποιήσουμε , έτσι ώστε να έχετε ολοκληρωμένη την αναφορά μας αυτή .

Σ  υ  ν  ε  χ  ί  ζ  ε  τ  α  ι  …….

Κυριακή 8 Νοεμβρίου 2009

ΠΡΩΤΗ..ΕΝΣΤΟΛΗ..ΕΜΦΑΝΙΣΗ..

 

  Δυό ..καινούργια αστεράκια ήρθαν στην μπάντα μας , τελευταία , δυό αδελφούλες καινούργιες στο χωριό μας ..

Μπάντα-στολές -Κουτσουμπέϊκο  8-11 001

..Η Βασιλικούλα  Λαγουρού , στα ..τύμπανα ..

 

Μπάντα-στολές -Κουτσουμπέϊκο  8-11 004

και η μεγαλύτερη αδελφή της Ελένη , που..έπεσε στα..βαρύτονα , πήρε το…κόρνο , σε λίγο καιρό θα έχουν και τις..στολές τους ..

Μπάντα-στολές -Κουτσουμπέϊκο  8-11 006

    Η Νίκη Καραστάθη , ..ένστολος πιά , με το..κλαρινέτο της..

Μπάντα-στολές -Κουτσουμπέϊκο  8-11 010

     Η  Κατερίνα Παπαγεωργίου , γνωστή..τυμπανίστρια..

Μπάντα-στολές -Κουτσουμπέϊκο  8-11 012

   Ο…Κλίντον της ..μπάντας μας , Τάσος Παπαγεωργίου , δυνατό..σαξόφωνο…

Μπάντα-στολές -Κουτσουμπέϊκο  8-11 016

  Ο …βαρύτονος της μπάντας μας , ο Ηρακλης  Μάρκος , με την..τούμπα του…

Μπάντα-στολές -Κουτσουμπέϊκο  8-11 014

   Άλλη μιά..Κατερίνα , η..Δρόσου , κλαρινέτο – τρομπέτα , αλλά χωρίς το..όργανο…

   Θα συνεχίσουμε , αγαπημένοι μας φίλοι την ΄..ένστολη , πιά , παρουσίαση και των υπολοίπων παιδιών μας , και φυσικά θα σας έχουμε και μιά..πανηγυρική φωτογραφία όλης της μπάντας , της ΙΣΤΟΡΙΚΉΣ  ΠΡΩΤΗΣ ΛΙΔΟΡΙΚΙΩΤΙΚΗΣ  ΜΠΑΝΤΑΣ…

                         Καλό  σας  βράδυ…

polidorikiou-sima

XAIΡΕΤΑ ΜΟΥ ΤΟΝ..ΠΛΑΤΑΝΟ …

   ΓΙΑΤΙ   ΤΟ  ΛΕΜΕ ΕΤΣΙ ;

 

Πρώτη εκδοχή

   Μια φράση που μας φαίνεται σήμερα εντελώς ακατανόητη, είναι το «χαιρέτα μου τον πλάτανο», που τη λέμε συνήθως, όταν θέλουμε να ειρωνευτούμε κάποιον που μοιράζει απραγματοποίητες υποσχέσεις. Ο ξενιτεμένος από την πατρίδα, πάντα θυμάται με πόνο το γερο - Πλάτανο της πλατείας του χωριού του κι όποιον πατριώτη του συναντήσει να πηγαίνει στο χωριό τους του λέει: «χαιρέτα μου τον Πλάτανο. 
   Δεύτερη εκδοχή

   Κι όμως η φράση αυτή παλαιότερα είχε εντελώς διαφορετική σημασία και τη χρησιμοποιούσαν όλοι σχεδόν οι αρματολοί της Επανάστασης. Όταν στις 25 Μαρτίου 1821, ο Παλαιών Πατρών Γερμανός έδωσε το σύνθημα της εθνικής εξέγερσης μετά από την ολονυκτία που έγινε στην Άγια Λαύρα, κρέμασε το λάβαρο σ' ένα μεγάλο πλάτανο, που βρισκότανε στον περίβολο της αυλής της Μονής. Κατόπιν άρχισαν να περνούν ένας - ένας κάτω από την πυκνή φυλλωσιά του δένδρου, για να κοινωνήσουν.

   Από τότε, όταν κανείς απ' αυτούς, πήγαινε να πάρει εντολές ή να δώσει μηνύματα στον ηρωικό δεσπότη, οι σύντροφοι του έλεγαν: -Χαιρέτα μας τον πλάτανο. Με το «πλάτανο» εννοούσαν τον Παλαιών Πατρών Γερμανό ή τον πλάτανο το δέντρο, που κοντά του κοινώνησαν. 
Τρίτη εκδοχή

   Κατά μίαν άλλη εκδοχή, λένε πως πρόκειται για κάποιον πλάτανο, που κρύβει το μυστικό των θησαυρών του Αλή Πασά και του Κατσαντώνη. Πιστεύουν δηλαδή, πως οι θησαυροί αυτοί, ποτέ δε βρέθηκαν μέχρι σήμερα, κρύβονται κοντά σε κάποιο γνωστό στους έμπιστους του Κατσαντώνη πλάτανο, αφού ο ήρωας ξεψυχώντας ψιθύρισε στους δικούς του: -Να πείτε στη γυναίκα και στο γιο μου (που βρισκόντουσαν από καιρό στη Λευκάδα), να μου χαιρετάν τον Πλάτανον.

Παρασκευή 6 Νοεμβρίου 2009

ΕΜΕΙΝΕ ΣΤΑ ..ΚΡΥΑ ΤΟΥ ΛΟΥΤΡΟΥ..

  ΓΙΑΤΙ  ΤΟ ΛΕΜΕ ΕΤΣΙ ;


   Πρώτη εκδοχή .

   Σε μια κοινωνία με τόσο ελαστικές αρχές, όπως ήταν το Βυζάντιο, τα μικτά λουτρά -όχι στη θάλασσα αλλά στις πισίνες- ήταν κάτι το πολύ συνηθισμένο. Δεν έχει παρά να διαβάσει κανείς τον Κλήμη τον Αλεξανδρέα, που σαν σεβαστός ιεράρχης διαμαρτύρεται εντονότατα εναντίον των «μπαιν μιξτ» της εποχής του: «Κοινά δε ανέωκται ανδράσι ομού και γυναιξί συλλούονται και δούλοις γυμνοί αποδύονται και ανατρίβονται ύπ' αυτών». Τα λουτρά ήταν μαρμάρινα, με γούρνες ασημένιες και με ζεστό και κρύο νερό. Αναγκάστηκε όμως, να επέμβει η Εκκλησία.

   Η Σύνοδος της Λαοδικείας, στο λ' κανόνα της, κάνει πολύ αυστηρές απαγορεύσεις. Μεταξύ άλλων, απαγορεύει στους κληρικούς, τους καλόγερους και τους λαϊκούς, να λούζονται μαζί με τις γυναίκες: «Ει δε τις επί τούτω φοραθείη, ει μεν κληρικός είη καθαιρείσθω, ει δε λαϊκός, αφοριζέσθω». Τις πρώτες, ωστόσο, μέρες της απαγόρευσης, παρόλο τον αφορισμό, πολλοί αδιαφορούσαν και πήγαιναν να πάρουν εκεί το μπάνιο τους.

   Αλλά μόλις άρχιζαν το λούσιμο τους, κοβόταν το ζεστό νερό και έτρεχε μόνο κρύο. Από αυτό, βγήκε και η φράση: «έμεινε στα κρύα του λουτρού», που τη λέμε για εκείνους που είναι βέβαιοι για την καλή έκβαση μιας υπόθεσης -κυρίως αισθηματικής- και την τελευταία στιγμή τα χάνουν όλα. 


   Δεύτερη εκδοχή .

   Στα Βυζαντινά χρόνια, εκείνος που πήγαινε να λουσθεί στα γνωστά ατμόλουτρα, τα «χαμάμ» όπως τα λένε τούρκικα, δεν έμπαινε αμέσως στον πολύ θερμό χώρο, ούτε πάλι έβγαινε αμέσως στην ύπαιθρο. Κατά παλιά ρωμαϊκή παράδοση περνούσε πριν από άλλα δυο διαμερίσματα, που ο Γαληνός τα ονομάζει « ο ί κ ο υ ς » και τα οποία είχαν διαφορετική θερμοκρασία. Κι αυτό γινόταν, για να προφυλάγονται, φυσικά.

    Έτσι, όταν κανείς έπαιρνε το λουτρό του, έμπαινε μετά στο λεγόμενο «ψυχρολούσιον» ή κρύον, όπου ο αέρας ήταν ψυχρός, όσο και ο ατμοσφαιρικός. Ύστερα από λίγο πάλι, προχωρούσε στο λεγόμενο «χλυαροψύχιον» όπου η θερμοκρασία ήταν μεγαλύτερη. Εκεί του άλειφαν το σώμα με διάφορες κρέμες κι έμπαινε στη συνέχεια, στο ζεστό χώρο, όπου του έκαναν εντριβή.

    Συνέβαινε όμως καμιά φορά, αυτός που ήθελε να λουσθεί και βρισκόταν ακόμα στο διαμέρισμα, δηλαδή στο «χλιαροψύχιον» ή το «κρύον» κανένα έκτακτο γεγονός, όπως σεισμός, επιδρομή ή διάδοση μιας δυσάρεστης είδησης, οπότε το λουτρό διακοπτόταν στην αρχή του. Έμενε δηλαδή, ανεκπλήρωτος κατ' επέκταση ο σκοπός για τον οποίο είχε πάει εκεί. Γι' αυτό ακόμα και σήμερα λέμε για κάποιο που οι επιθυμίες του έμειναν ανεκπλήρωτες -ανικανοποίητες από την αρχή ότι: «έμεινε στα κρύα του λουτρού».

Πέμπτη 5 Νοεμβρίου 2009

..ΓΙΑΝΝΗΣ ΚΕΡΝΑ ΚΑΙ ΓΙΑΝΝΗΣ…ΠΙΝΕΙ..

     ΓΙΑΤΙ  ΤΟ  ΛΕΜΕ ΕΤΣΙ ;


   Πρώτη εκδοχή Ανάμεσα στα παλικάρια του Θ. Κολοκοτρώνη, ξεχώριζε ένας Τριπολιτσιώτης -ο Γιάννης Θυμιούλας- που είχε καταπληκτικές διαστάσεις: Ήταν δυο μέτρα ψηλός παχύς και με το ένα του χέρι μπορούσε να σηκώσει άλογο. Ο Θυμιούλας έτρωγε στην καθισιά του ολόκληρο αρνί, αλλά και πάλι σηκωνόταν πεινασμένος.      

   Έπινε όμως και πολύ. Παρόλα αυτά ήταν εξαιρετικά ευκίνητος, δε λογάριαζε τον κίνδυνο κι όταν έβγαινε στο πεδίο της μάχης, ο εχθρός μόνο που τον έβλεπε, έφευγε πάντα Πολλοί καπεταναίοι, μάλιστα, όταν ήθελαν να κάνουν καμιά τολμηρή επιχείρηση, ζητούσαν από τον Κολοκοτρώνη να τους τον... δανείσει. Κάποτε ωστόσο, ο Θυμιούλας, μαζί με άλλους πέντε συντρόφους του, πολιορκήθηκαν στη σπηλιά ενός βουνού. Και η πολιορκία κράτησε κάπου τρεις μέρες. Στο διάστημα αυτό, είχαν τελειώσει τα λιγοστά τρόφιμα που είχαν μαζί τους οι αρματολοί και ο Θυμιούλας άρχισε να υποφέρει αφάνταστα.     

   Στο τέλος, βλέποντας ότι θα πέθαινε από την πείνα, αποφάσισε να κάνει μια ηρωική εξόρμηση, που ισοδυναμούσε με αυτοκτονία. Άρπαξε το χαντζάρι του, βγήκε από τη σπηλιά και με απίστευτη ταχύτητα, άρχισε να τρέχει ανάμεσα στους πολιορκητές, χτυπώντας δεξιά και αριστερά. Ο εχθρός σάστισε, τρόμαξε και το 'βαλε στα πόδια. Έτσι, γλίτωσαν όλοι τους. Ο Θυμιούλας κατέβηκε τότε σ' ένα ελληνικό χωριό, έσφαξε τρία αρνιά και τα σούβλισε. Ύστερα παράγγειλε και του έφεραν ένα «εικοσάρικο» βαρελάκι κρασί κι έπεσε με τα μούτρα στο φαγοπότι. Φυσικά, όποιος χριστιανός περνούσε από κει, τον φώναζε, για να τον κεράσει. Πάνω στην ώρα, έφτασε και ο Θ. Κολοκοτρώνης και ρώτησε να μάθει, τι συμβαίνει. - Γιάννης κερνά και Γιάννης πίνει! απάντησε ο Προεστός του χωριού. Και όπως λένε, αυτή η φράση, αν και παλιότερη, έμεινε από αυτό το περιστατικό. 


   Δεύτερη εκδοχή .

   Λέγεται ότι προέρχεται από εκείνους που κατακρίνανε την κυβέρνηση -την πολιτεία- της Εθνικής συνέλευσης των Ελλήνων, που έγινε στο Αργός στις 11/7 μέχρι τις 6/8/1829, η οποία «ευπειθώς καί ανεξετάστως εξετέλει τα θελήματα του Κυβερνήτου, γράφουσα ψηφίσματα προσχεδιασμένα εν τω γραφείο αυτού. (Χ.Τρικούπης ένθ. αν.). Και όπως γράφει παρακάτω: «Εξ απλής δε προέρχεται συμπτώσεως, ότι η παροιμία έχει το όνομα Γιάννης δηλονότι αυτό το του Κυθερνήτου Ιωάννου Καποδίστριου, διότι πιθανώς είναι παλαιοτέρα των χρόνων εκείνων». Παραπλήσια είναι η αρχαία: «Αυτός αυτόν αυλεί» (Διογεν. 216 Μακάρ. 162 Αποστόλ. 338 Σουϊδ.λ.). Όμοιες και οι νεότερες: Ρωμουν. Mirancea Bimirancea Saplatesca = O Μιράντσης πίνει, ο Μιράντσης να πληρώνει (Zanne 8106) Βουλγάρ. Gani Cerpi, Gani pii = ο Γάνης κερνά, ο Γάνης πίνει (παρά Π.θ. Τσίλλεφ).

Τετάρτη 4 Νοεμβρίου 2009

ΠΗΓΕ ΣΑΝ ΤΟ..ΣΚΥΛΙ ΣΤ’ ΑΜΠΈΛΙ !!

 

  ΓΙΑΤΙ   ΤΟ  ΛΕΜΕ  ΕΤΣΙ ;

   Στα 1616, ο ισπανικός στόλος αποπειράθηκε ν' αποβιβαστεί στα παράλια της Αλβανίας, αφού προηγούμενα ο Ισπανός ναύαρχος συνεννοήθηκε με τους χριστιανούς, για να τον βοηθήσουν. Αλλά η επιχείρηση προδόθηκε από κάποιον Τουρκαλβανό, τον Μεμέτ Μπόγος, ένα φοβερό εγκληματικό υποκείμενο, που τον έτρεμε ολόκληρη η περιοχή.

   Οι περισσότεροι από τους κατοίκους πιάστηκαν τότε κι εκτελέστηκαν, ενώ έγδαραν ζωντανό τον αρχιεπίσκοπο Τρίκκης Διονύσιο, που πεθαίνοντας, παρακαλούσε το θεό να συγχωρήσει τους εχθρούς του. Οι συγγενείς, όμως, των θυμάτων, μόλις συνήλθαν κάπως από τη συμφορά, άρχισαν να κυνηγούν τον προδότη, για να τον τιμωρήσουν, όπως του άξιζε. Αλλ' εκείνος κρυβόταν καλά και δεν μπορούσαν να τον ανακαλύψουν.

   Ο Μπογάς είχε ένα σκυλί, που το λάτρευε. Ένα πρωί, λοιπόν, το έπιασαν και το κρέμασαν μέσα στο αμπέλι του αφεντικού του, για να τον εκδικηθούν. Γρήγορα, όμως, κατάλαβαν ότι το ζώο δεν τους έφταιξε σε τίποτα και πήγαν να το ξεκρεμάσουν. Αλλά το σκυλί είχε ψοφήσει. Έτσι έμεινε η παροιμία: «πήγε σαν το σκυλί στ' αμπέλι».

   Μια δεύτερη εκδοχή λέει: Όταν ωριμάσουν τα σταφύλια, τα ζώα τους κάνουν μεγάλη θραύση. Εκτός από τις αλεπούδες και άλλα ζώα κατεβαίνουν από το βουνό και καταστρέφουν τις σοδειές. Είναι, λοιπόν, αναγκασμένοι οι παραγωγοί να αμύνονται, σκοτώνοντας τα.  

   Έτσι καμιά φορά, επειδή και του σκύλου του αρέσουν τα σταφύλια, ο ιδιοκτήτης, που δε γνωρίζει ποιος κουνιέται μέσα στ' αμπέλι, χτυπάει και σκοτώνει το σκύλο του ή τα σκυλιά των γειτόνων του, κτλ. Πήγε, λοιπόν, σαν το σκυλί στ΄ αμπέλι, σημαίνει πως χάθηκε, όπως ο σκύλος μέσα στ' αμπέλι, χωρίς να αποζημιωθεί κανείς…..Κ.-